Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Αγιορειτης Παπα Τύχων (1884-1968 ) - Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου: «Ο Παπα-Τύχων» (+10 Σεπτεμβρίου 1968).

 Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

Γέροντας Τύχων

O Παπα – Τύχων γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και ή Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλη να αφιερωθή στον Θεό από μικρό παιδί.

Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωριμάση και στην σκέψη και μετά να αποφασίση μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών. Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια πού πήγαινε, παρόλο πού ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.

Σε μια επαρχία όμως είχε ταλαιπωρηθή πολύ, γιατί οι κάτοικοι εκεί έτρωγαν ψωμί από βρίζα (σίκαλη). Επειδή δε ο Τιμόθεος δεν έτρωγε τίποτε άλλο εκτός από ψωμί, και το ψωμί της σίκαλης έχει συνήθως μια άσχημη μυρωδιά και είναι σαν λάσπη, δεν μπορούσε να το φάη. Γι’ αυτό είχε εξαντληθή ο νέος. Πηγαίνει λοιπόν στον φούρναρη, από τον οποίο είχε ζητήσει και άλλη φορά, να τον ξαναπαρακαλέση για λίγο άσπρο ψωμί, επειδή νόμιζε ότι θα έχη για τον εαυτό του καλό ψωμί. Εκείνος όμως, μόλις είδε τον Τιμόθεο από μακριά ακόμη, του είπε να φύγη.

Λυπημένος και εξαντλημένος όπως ήταν ο νέος, έπιασε μια άκρη και με όλη την παιδική του απλότητα έκανε προσευχή στην Παναγία: «Παναγία μου, θέλω να με βοηθήσης, γιατί θα πεθάνω στο δρόμο, πριν να γίνω καλόγηρος, δεν μπορώ να το φάω αυτό το ψωμί». Δεν πρόλαβε να τελειώση την προσευχή του, και ξαφνικά του παρουσιάζεται μια Κόρη με λαμπερό πρόσωπο, του δίνει μια φραντζόλα άσπρο ψωμί και αμέσως εξαφανίζεται! Εκείνη την στιγμή τόχασε ο Τιμόθεος. Δεν μπορούσε να το εξηγήση αυτό το γεγονός! Του περνούσαν διάφοροι λογισμοί. Ένας λογισμός ήταν μήπως τον άκουσε η κόρη του φούρναρη και τον λυπήθηκε και είπε στον πατέρα της να του δώση λίγο καλό ψωμί. Σηκώνεται πάλι ο νέος και πηγαίνει να τον ευχαρίστηση. Άλλα ο φούρναρης νόμιζε πώς τον κορόιδευε ο Τιμόθεος, και τον έβρισε θυμωμένος.

– Άντε, φύγε από εδώ! ούτε γυναίκα έχω ούτε κόρη. Αφού έφαγε μετά από το ευλογημένο εκείνο ψωμί ο Τιμόθεος και δυνάμωσε και πνευματικά, συνέχισε το προσκύνημα του και στα επίλοιπα Μοναστήρια, αλλ’ όμως το ανεξήγητο εκείνο γεγονός συνέχεια τριγύριζε στο νου του. Πέρασε αρκετό διάστημα με την απορία αυτή, αλλά αργότερα, όταν του έδωσε ένας Μοναχός ένα βιβλίο με τις θαυματουργικές εικόνες της Παναγίας της Ρωσίας, και είδε την Παναγία του Κρεμλίνου, σκίρτησε η καρδιά του από ευλάβεια, τα μάτια του πλημμύρισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης, και είπε: «Αυτή η Παναγία μου έδωσε το άσπρο ψωμί!» Από τότε πια την Παναγία την ένιωθε πιο κοντά, όπως το παιδί την μάνα του.

Μετά, λοιπόν, από τα Μοναστήρια της Πατρίδος του, έκανε προσκύνημα στο Θεοβάδιστον Όρος του Σινά, όπου παρέμεινε δύο μήνες, και από εκεί στους Αγίους Τόπους, όπου και ασκήτεψε ένα χρονικό διάστημα, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό. Ενώ τον βοηθούσε ο Άγιος Τόπος, ησυχία όμως δεν έβρισκε από το ανήσυχο κοσμικό πνεύμα της εποχής μας, πού κατέστρεψε, δυστυχώς, με τον δήθεν πολιτισμό της και τα άγια ακόμη ερημικά μέρη, πού γαληνεύουν και αγιάζουν τις ψυχές. Γι’ αυτό αναγκάστηκε να φύγη για το Άγιον Όρος.

Ο πειρασμός όμως, βλέποντας με την πολυχρόνιο πείρα του ότι ο ευλαβής αυτός νέος πολύ θα προχωρήση στην πνευματική ζωή και πολλές ψυχές θα βοηθήση για να σωθούν, βάλθηκε να τον αχρηστέψη. Ενώ είχε επιστρέψει από την έρημο του Ιορδανού στην Ιερουσαλήμ, για να ετοιμασθή και να προσκύνηση για τελευταία φορά τον Πανάγιο Τάφο και να αποχαιρετήση και τους γνωστούς του, χρησιμοποίησε ο πονηρός για όργανά του δύο αθεόφοβες γυναίκες, πατριώτισσές του, οι οποίες τον κάλεσαν στο σπίτι, όπου έμειναν, για να του δώσουν δήθεν ονόματα να μνημόνευση στο Άγιον Όρος. Ο απονήρευτος Τιμόθεος, πού είχε όλο καλούς λογισμούς, το πίστεψε και πήγε. Αλλά, όταν τον έκλεισαν μέσα στο σπίτι και όρμησαν επάνω του με ανήθικες διαθέσεις, τα’χασε! Κοκκίνησε και δίνει μια σπρωξιά σ’ αυτές και άλλη μια στην πόρτα και ξέφυγε από τα νύχια των γερακιών, σαν νέος Ιωσήφ, και φυλάχτηκε αγνός.

Ήρθε μετά, όπως ήταν αγνό λουλούδι, και φυτεύτηκε στο Περιβόλι της Παναγίας και πρόκοψε και ευωδίασε με τις αρετές του, όπως θα ιδούμε πιο κάτω.

Η πρώτη του μετάνοια ήταν το Κελλί του Μπουραζέρι, όπου και παρέμεινε πέντε χρόνια. Επειδή σ’ αυτό δεν εύρισκε ησυχία από τους πολλούς προσκυνητάς, Ρώσους, πήρε ευλογία και πήγε στα Καρούλια και εκεί ασκήτεψε δεκαπέντε χρόνια. Όλο το διάστημα στα Καρούλια περνούσε με σκληρούς αγώνες. Το εργόχειρο του ήταν οι μεγάλες και οι μικρές μετάνοιες μαζί με την ευχή και την μελέτη. Δανειζόταν βιβλία από τις Μονές, απ’ όπου έπαιρνε και ευλογία, παξιμάδι, από τα περισσεύματα των κλασμάτων, για την οποία έκανε κομποσχοίνι. Έτσι φιλότιμα αγωνιζόταν, για να γίνη και εσωτερικά Άγγελος και όχι μόνο εξωτερικά με το Αγγελικό Σχήμα.

Μετά από τα Καρούλια ήρθε στην άκρη της Καψάλας (πάνω από την Καλιάγρα), σ’ ένα Κελλί Σταυρονικητιανό, και γηροκόμησε έναν Γέροντα. Αφού πέθανε το Γεροντάκι, και πήρε την ευχή του, έμεινε μόνος του στην Καλύβη. Από τότε όχι μόνο δεν αμέλησε τους πνευματικούς του αγώνες, αλλά τους αύξησε, και επόμενο ήταν να δεχθή πλούσια την Χάρη του Θεού, αφού αγωνιζόταν φιλότιμα και με πολλή ταπείνωση.

Η Θεία Χάρις πια τον φανέρωνε στους ανθρώπους, κι έτρεχαν πολλοί πονεμένοι άνθρωποι, για να τον συμβουλευθούν και να παρηγορηθούν από την πολλή του αγάπη. Άλλοι τον παρακαλούσαν να ιερωθή, για να βοηθάη πιο θετικά με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως, αφού θα έδινε και την άφεση των αμαρτιών. Αυτή την ανάγκη, να βοηθηθούν οι άλλοι, την διεπίστωσε και ο ίδιος και δέχτηκε να χειροτονηθή. Στο Κελλί του όμως Ναός δεν υπήρχε, ενώ ήταν πια απαραίτητος, ούτε και χρήματα είχε, αλλά είχε μεγάλη πίστη στον Θεό. Έκανε λοιπόν προσευχή και ξεκίνησε για τις Καρυές με την εμπιστοσύνη στον Θεό ότι θα του οικονομούσε τα χρήματα, πού θα χρειαζόταν για τον Ναό. Πριν φθάση ακόμη στις Καρυές, τον είδε από μακριά τον Παπα – Τύχωνα ο Δίκαιος του Προφήτη Ηλία (Ρωσικού) και τον φώναξε. Όταν πλησίασε κοντά, του είπε:
– Κάποιος καλός Χριστιανός από την Αμερική μου έστειλε μερικά δολάρια, να τα δώσω σ’ εκείνον πού δεν έχει Ναό, για να κτίση. Εσύ δεν έχεις Ναό πάρ’ τα και φτιάξε.

Δάκρυσε ο Γέροντας από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη στον Θεό, ευχαρίστησε και τον Δίκαιο και είπε το «Θεός συγχωρέσοι» για τον άνθρωπο του Θεού πού του έστειλε την ευλογία. Ο Καλός Θεός, σαν καρδιογνώστης, είχε φροντίσει για τον Ναό του, πριν ακόμη Τον παρακαλέση ο Γέροντας, για να του έχη έτοιμα τα χρήματα, την ώρα πού θα Του τα ζητούσε. Επόμενο ήταν να τον ακούση ο Θεός, αφού ο Γέροντας από μικρό παιδί άκουγε και τηρούσε τις θείες εντολές του Θεού και δεχόταν ουράνιες ευλογίες.

Στην συνέχεια βρίσκει δύο Μοναχούς τεχνίτες, για να λένε και την ευχή την ώρα πού θα εργάζωνται. Όταν, λοιπόν, τελείωσε ο Ναός, τον αφιέρωσε στον Τίμιο Σταυρό, γιατί τον είχε σε ευλάβεια, αλλά και για να αποφεύγη τα Πανηγύρια με τον φυσιολογικό αυτόν τρόπο, επειδή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού νηστεύουν, και η ημέρα είναι πένθιμη. Ο Γέροντας δεν αναπαυόταν στα Πανηγύρια, γιατί δημιουργούν ανησυχία και περισπασμό, ενώ αυτός πανηγύριζε κάθε μέρα πνευματικά με το ήσυχο Σταυροαναστάσιμο τυπικό του, με την πολλή του άσκηση και με την καθόλου σχεδόν ανθρώπινη παρηγοριά μέσα στο λάκκο της Καλιάγρας, όπου έβλεπε ουρανό και ζούσε παραδεισένιες χαρές μαζί με τους Αγγέλους και τους Αγίους. Όταν τον ρωτούσε κανείς «μόνος σου μένεις εδώ στην ερημιά», απαντούσε ο Γέροντας:
– Όχι, εγώ μένω μαζί με τους Αγγέλους και Αρχαγγέλους, με τους Αγίους Πάντες, με την Παναγία και με τον Χριστό.

Πράγματι την ένιωθε την παρουσία των Αγίων και την βοήθεια του φύλακα Αγγέλου του. Μια μέρα πού τον είχα επισκεφθή, ενώ ανέβαινε τα σκαλάκια, έπεσε ανάποδα και σφηνώθηκε στην πόρτα, γιατί φορούσε πολλά καπιά, και δυσκολεύτηκα να τον σηκώσω. Όταν τον ρώτησα μετά «τι θα έκανες, Γέροντα, μόνος σου, εάν δεν ήμουν εδώ», με κοίταξε παράξενα και μου απήντησε με βεβαιότητα:
– Ο φύλακας μου Άγγελος θα με σήκωνε.
Ενώ βρισκόταν σε έρημο τόπο, μόνος του, και το Κελί του δεν είχε σχεδόν τίποτα, για να έχη όμως τον Χριστό μέσα του, δεν του χρειαζόταν τίποτα, γιατί όπου Χριστός εκεί Παράδεισος, και για τον Παπα – Τύχωνα το Περιβόλι της Παναγίας ήταν επίγειος Παράδεισος.

Είχε χρόνια αρκετά να βγη στον κόσμο, αλλά χωρίς να το θέλη, τον ανάγκασαν κάποτε, πού είχε γίνει πυρκαϊά στην Καψάλα, μαζί με άλλους Πατέρες να πάη κι αυτός ως μάρτυρας στην Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψε στο Άγιον Όρος ο Γέροντας, τον ρωτούσαν οι Πατέρες:
– Πώς είδες την πόλη και τον κόσμο μετά από τόσα χρόνια πού είχες να ιδής τον κόσμο;
Ο Γέροντας απήντησε:
– Εγώ δεν είδα πολιτεία με ανθρώπους, αλλά δάσος με καστανιές.

Έφθασε σ’ αυτή την πνευματική αγία κατάσταση ο Γέροντας, γιατί αγάπησε πολύ τον Χριστό, την ταπείνωση και την φτώχεια. Μέσα στο κελλί του Γέροντα δεν έβλεπες ούτε ένα πράγμα της προκοπής, πού να εξυπηρετή άνθρωπο. Από αυτά πού είχε μέσα στο κελλί του έβρισκε κανείς όσα ήθελε πεταγμένα άπ’ έξω, στο λάκκο. Άλλα για τους πνευματικούς ανθρώπους, ό,τι παλιό και εάν είχε ο Παπα – Τυχών, είχε μεγάλη αξία, γιατί ήταν αγιασμένο. Ακόμη και τα κουρέλια του τα έβλεπαν με ευλάβεια και τα έπαιρναν για ευλογία. Ό,τι επίσης παλιό φορούσε ή ασουλούπωτο, δεν φαινόταν άσχημο, γιατί ομόρφαινε και αυτό από την εσωτερική ομορφιά της ψυχής του. Για σκουφιά έραβε μόνος του με την σακοράφα κομμάτια ράσου, σαν σακούλες, και τα φορούσε, αλλά σκορπούσαν περισσότερη χάρη από τις πολύτιμες μίτρες τις δεσποτικές (όταν, φυσικά, δεν υπάρχη στην καρδιά του Μητροπολίτου «ο Πολύτιμος Μαργαρίτης»).

Κάποτε τον φωτογράφισε ένας επισκέπτης, όπως ήταν με την σακούλα για σκουφί και με μια πιτζάμα πού του είχε ρίξει στις πλάτες του, γιατί είδε τον Γέροντα να κρυώνη. Και τώρα, όσοι βλέπουν στην φωτογραφία τον Παπα – Τύχωνα, νομίζουν ότι φορούσε δεσποτικό μανδύα, ενώ ήταν μια παλιά παρδαλή πιτζάμα.

Πολύ αναπαυόταν στα φτωχά και ταπεινά πράγματα και πολύ αγαπούσε την ακτημοσύνη, η οποία και τον ελευθέρωσε και του έδωσε τα πνευματικά φτερά, και έτσι με φτερουγισμένη ψυχή αγωνιζόταν πολύ, χωρίς να αισθάνεται τον σωματικό κόπο, όπως το παιδάκι δεν νιώθει κούραση, όταν κάνη τα θελήματα του πατέρα του, αλλά νιώθει την αγάπη και την στοργή με τα χάδια. Φυσικά, αυτά δεν συγκρίνονται με τα θεϊκά χάδια της Χάριτος ούτε κατά διάνοια.

Όπως ανέφερα, το εργόχειρο του ήταν οι πνευματικοί αγώνες: νηστεία, αγρυπνία, ευχή, μετάνοιες κ.α. όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για όλες τις ψυχές του κόσμου (ζωντανούς και πεθαμένους).  Όταν πια είχε γεράσει και δεν μπορούσε να σηκωθή, όταν έπεφτε κάτω με τις στρωτές μετάνοιες, έδεσε ένα χονδρό σχοινί ψηλά και τραβιόταν για να σηκωθή. Έτσι, πάλι έκανε μετάνοιες και προσκυνούσε τον Θεό με ευλάβεια. Αυτό το τυπικό τηρούσε μέχρι πού έπεσε πια στο κρεβάτι, όπου ξεκουράστηκε για είκοσι μέρες, και μετά έφυγε για την αληθινή αιώνια ζωή, όπου και ξεκουράζεται πια αιώνια κοντά στον Χριστό.

Το ίδιο επίσης τυπικό της ξηροφαγίας, πού είχε από νέος, τηρούσε και στην συνέχεια μέχρι τα γεράματα του. Την μαγειρική την θεωρούσε και για σπατάλη χρόνου, εκτός πού δεν ταιριάζουν στην Καλογερική τα καλομαγειρευμένα φαγητά. Φυσικά, μετά από τόση άσκηση και τέτοια πνευματική κατάσταση δεν του έκανε καμιά αίσθηση η καλή τροφή, Αφού κατοικούσε μέσα του ο Χριστός, πού τον γλύκαινε και τον έτρεφε παραδεισένια.
Στις συζητήσεις του πάντα ανέφερε για τον γλυκό Παράδεισο, και από τα μάτια του κυλούσαν τα γλυκά δάκρυα, και δεν του έκανε καρδιά να ασχολήται με μάταια πράγματα, όταν τον ρωτούσαν κοσμικοί άνθρωποι.
Τα ελάχιστα πράγματα πού του χρειάζονταν, για να συντηρηθή, τα οικονομούσε από το λίγο εργόχειρο πού έκανε, αγιογραφούσε έναν Επιτάφιο κάθε χρόνο και τον έδινε πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές και μ’ αυτά τα χρήματα περνούσε ολόκληρη την χρονιά του.
Όπως ανέφερα, ήταν πολύ λιτοδίαιτος και ολιγαρκής, αφού ένα Αποστολιάτικο σύκο το έκοβε στα δύο και το έτρωγε δύο φορές. Μου έλεγε: «Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτό είναι πολύ μεγάλο!» – ενώ εγώ, για να χορτάσω, έπρεπε να φάω ένα κιλό.
Κάθε Χριστούγεννα ο Γέροντας θα οικονομούσε μια ρέγκα, για να περάση όλες τις χαρμόσυνες ημέρες του Δωδεκαημέρου με κατάλυση ιχθύος. Την δε ραχοκοκαλιά της ρέγκας δεν την πετούσε, αλλά την κρεμούσε με μια κλωστή και, όποτε ήταν καμιά Δεσποτική ή Θεομητορική εορτή και είχε κατάλυση ιχθύος, έβραζε λίγο νερό σ’ ένα κονσερβοκούτι, βουτούσε την ραχοκοκαλιά δυο -τρεις φορές στο νερό, για να πάρη λίγη μυρωδιά, και μετά έριχνε λίγο ρύζι. Έτσι έκανε κατάλυση και κατηγορούσε και τον εαυτό του ότι τρώει και ψαρόσουπες στην έρημο! Την ραχοκοκαλιά αυτή την κρεμούσε πάλι στο καρφί και για άλλη κατάλυση, μέχρι πού άσπριζε πια και τότε την πετούσε.

Όταν έβλεπε τους ανθρώπους να του συμπεριφέρονται με ευλάβεια, αυτό τον στενοχωρούσε και τους έλεγε:
– Εγώ δεν είμαι ασκητής, αλλά ψεύτης ασκητής.
Μόνο στα τελευταία του πια δέχθηκε λίγη περιποίηση από τους ανθρώπους πού τον αγαπούσαν ιδιαίτερα, για να μη τους λυπήση.
Όταν του έδινε κανείς ευλογία από τρόφιμα, την κρατούσε και μετά την έστελνε σε Γεροντάκια στην Καψάλα. Εάν του έστελναν χρήματα, τα έδινε σ’ έναν ευλαβή μπακάλη, για να αγοράζη ψωμιά και να τα μοιράζη στους φτωχούς.
Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του Γέροντα, για να τον ληστέψη, με τον λογισμό ότι θα εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρη ότι και εκείνα πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα στον κυρ – Θόδωρο, για να πάρη ψωμιά για τους φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα – τον έσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του – διεπίστωσε ότι πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φύγη. Ο Παπα – Τύχων του είπε:
– Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου. Ο κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό, αλλά εκεί τον έπιασε η Αστυνομία, και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και στον Παπα – Τύχωνα. Ο Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ο Γέροντας στενοχωρέθηκε γι’ αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
– Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε: – Άντε, γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».
Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.

Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο μυαλό του και μου έλεγε:
– Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν» δεν έχουν το «εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι» – ενώ ο Γέροντας την λέξη «ευλόγησον» την χρησιμοποιούσε πάντα και με τις πολλές καλογερικές έννοιες, όπως το «ευλογείτε» ή «ευλόγησον», όταν ζητούσε ταπεινά την ευλογία του άλλου, και μετά θα έδινε και αυτός την ευλογία του με την ευχή «Ο Κύριος να σε ευλογήση». Μετά από τον συνηθισμένο χαιρετισμό οδηγούσε τους επισκέπτες στο Ναό και έψαλλαν μαζί το Σώσον, Κύριε, τον λαόν σου και το Άξιον εστίν και, εάν ήταν καλός καιρός, έβγαιναν έξω, κάτω από την ελιά, και καθόταν μαζί τους πέντε λεπτά, μετά σηκωνόταν με χαρά και έλεγε:
– Εγώ τώρα κεράσματα.
Έβγαζε νερό από την στέρνα και γέμιζε ένα κύπελλο για τον επισκέπτη, έβαζε και στο δικό του τενεκάκι (κονσερβοκούτι, πού το χρησιμοποιούσε και για μπρίκι) και έψαχνε μετά να βρη κανένα λουκούμι, άλλοτε κατάξηρο και άλλοτε μυρμηγκοφαγωμένο, το οποίο, επειδή ήταν ευλογία του Παπα – Τύχωνα, δεν προξενούσε αηδία. Αφού τα ετοίμαζε, έκανε τον Σταυρό του ο Γέροντας, έπαιρνε το νερό και έλεγε: «Πρώτα εγώ, ευλογείτε!» και περίμενε να του πη ο επισκέπτης την ευχή «Ο Κύριος να σε ευλογήση», αλλιώς δεν έπινε νερό. Μετά θα έδινε και αυτός την ευχή του. Την ευχή από τους άλλους την αισθανόταν ως ανάγκη, όχι μόνο από τους Ιερωμένους ή Μοναχούς αλλά ακόμη και από τους λαϊκούς, μικρούς και μεγάλους στην ηλικία.
Μετά από το κέρασμα περίμενε να ιδή εάν έχουν κανένα θέμα. Όταν έβλεπε ότι είναι αργόσχολος άνθρωπος και ήρθε μόνο για να περάση την ώρα του, τότε του έλεγε:
– Παιδί μου, στην κόλαση θα πάνε και οι τεμπέληδες, όχι μόνο οι αμαρτωλοί.
Εάν παρέμενε και δεν έφευγε, τον άφηνε ο Γέροντας και έμπαινε στο Ναό και προσευχόταν, και έτσι ο επισκέπτης αναγκαζόταν να φύγη. Όταν πάλι ήθελε να εκμεταλλευθή κανείς την απλότητα του Γέροντα, για να εξυπηρετήση τον άλφα ή βήτα σκοπό του, το καταλάβαινε με την θεία του φώτιση και του έλεγε:
-Παιδί μου, εγώ Ελληνικά δεν ξέρω πήγαινε σε κανέναν Έλληνα, για να συνεννοηθής καλά.

Φυσικά, δεν λυπόταν ποτέ τον κόπο ούτε τον χρόνο, όταν έβλεπε πνευματικά ενδιαφέροντα στους ανθρώπους. Ενώ με το στόμα συμβούλευε, με την καρδιά και τον νου προσευχόταν. Η προσευχή του ήταν πια αυτοενέργητη, καρδιακή. Οι άνθρωποι, πού τον πλησίαζαν, το αισθάνονταν αυτό, γιατί έφευγαν πολύ δυναμωμένοι. Και ο Γέροντας τους ευλογούσε μέχρι να κρυφτούν πια.

Κάποτε τον είχε επισκεφθή ο Πατήρ Αγαθάγγελος ο Ιβηρίτης, ως Διάκος. Όταν έφευγε, ήταν σκοτάδι, δεν είχε φωτίσει ακόμη. Ο Παπα – Τυχών προεΐδε τον κίνδυνο, πού θα διέτρεχε ο Διάκος, και ανέβηκε αυτή την φορά στο τοιχάκι της μάνδρας και ευλογούσε συνέχεια. Όταν έφθασε ο Διάκος στη ράχη και είδε τον Γέροντα να ευλογή ακόμη, τον λυπήθηκε και του φώναξε να μη κουράζεται, να μπή στο κελλί του. Αυτός όμως ατάραχος με υψωμένα τα χέρια, σαν τον Μωυσή, προσευχόταν και ευλογούσε. Ενώ λοιπόν βάδιζε ξένοιαστος ο Διάκος, ξαφνικά, πέφτει πάνω σε καρτέρι κυνηγών, πού περίμεναν αγριόχοιρους. Ένας κυνηγός τράβηξε να ρίξη, αλλά οι ευχές του Γέροντα έσωσαν τον Διάκο από τον θάνατο και τον κυνηγό από την φυλακή. Γι’ αυτό μου έλεγε πάντα ο Γέροντας:
-Παιδί μου, να μην έρχεσαι ποτέ την νύχτα, γιατί την νύχτα τα θηρία περπατούν, και οι κυνηγοί τα περιμένουν κρυμμένοι…

Ακόμη και για την Θεία Λειτουργία έλεγε στον Μοναχό, πού θα τον βοηθούσε και θα έκανε τον ψάλτη, να έρχεται το πρωΐ με το φώτισμα. Την ώρα δε της Θείας Λειτουργίας του έλεγε να μένη στον μικρό διάδρομο, έξω από τον Ναό, και από εκεί να λέη το Κύριε, ελέησαν, για να νιώθη τελείως μόνος του και να κινήται άνετα στην προσευχή του. Όταν έφθανε στο Χερουβικό, ο Παπα -Τυχών ηρπάζετο είκοσι έως τριάντα λεπτά, και ο ψάλτης θα έπρεπε να επαναλάβη πολλές φορές το Χερουβικό, μέχρι να ακούση τις περπατησιές του στην Μεγάλη Είσοδο. «Όταν τον ρωτούσα μετά στο τέλος «τι βλέπεις, Γέροντα», εκείνος μου απαντούσε:
-Τα Χερουβείμ και Σεραφείμ δοξολογούν τον Θεό.
Έλεγε επίσης στην συνέχεια:
– Εμένα μετά από μισή ώρα με κατεβάζει ο φύλακας μου Άγγελος και τότε συνεχίζω την Θεία Λειτουργία.

Κάποτε, τον είχε επισκεφθή ο π. Θεόκλητος ο ΔιονυσιάτηςΕπειδή ή πόρτα του Παπα – Τύχωνα ήταν κλειστή, και από τον Ναό ακούγονταν γλυκιές ψαλμωδίες, δεν θέλησε να ενοχλήση με το χτύπημα της πόρτας, αλλά περίμενε να τελειώσουν, γιατί νόμιζε ότι βρίσκονται στο «Κοινωνικό». Σε λίγο βγαίνει ο Παπα – Τυχών και ανοίγει την πόρτα. Όταν μπήκε ο π. Θεόκλητος, δεν βρήκε κανέναν άλλον εκτός από τον Παπα – Τύχωνα. Τότε κατάλαβε ότι οι ψαλμωδίες εκείνες ήταν Αγγελικές.

Στα γεράματα του πια, επειδή έτρεμαν τα πόδια του, έρχονταν συνήθως και λειτουργούσαν ο Παπα – Μάξιμος και ο Παπα – Αγαθάγγελος, οι Ιβηρίτες, πού ήταν πιο κοντά, και του άφηναν και Άγιον Άρτο, γιατί κοινωνούσε κάθε μέρα. Φυσικά, ήταν προετοιμασμένος κάθε μέρα με την αγία του ζωή.

Για τον Παπα – Τύχωνα όλες σχεδόν οι ημέρες του χρόνου ήταν Διακαινήσιμες, και ζούσε πάντα την Πασχαλινή χαρά. Συνέχεια άκουγε κανείς από το στόμα του το Δόξα σοι ο Θεός, Δόξα σοι ο Θεός. Αυτό συνιστούσε και σε όλους: να λέμε το Δόξα σοι ο Θεός, όχι μόνο όταν περνάμε καλά, αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες, γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.

Πολύ πονούσε για τις ψυχές πού υπέφεραν στο άθεο καθεστώς της Ρωσίας. Μου έλεγε με δακρυσμένα μάτια:
-Παιδί μου, η Ρωσία έχει ακόμη κανόνα από τον Θεό, θα περάση όμως.

Για τον εαυτό του ο Γέροντας δεν νοιαζόταν καθόλου ούτε και φοβόταν, γιατί είχε πολύ φόβο Θεού (θεία συστολή) και ευλάβεια. Επειδή αγωνιζόταν και με πολλή ταπείνωση, δεν διέτρεχε ούτε τον πνευματικό κίνδυνο της πτώσεως. Επομένως, πώς να φοβηθή και τι να φοβηθή; Τους δαίμονες, πού τρέμουν από τον ταπεινό άνθρωπο, ή τον θάνατο, πού συνέχεια τον μελετούσε και ετοιμαζόταν χαρούμενος γι’ αυτόν; Μάλιστα, είχε ανοίξει και τον τάφο του μόνος του, για να είναι έτοιμος, και έμπηξε και τον Σταυρό, πού και αυτόν τον είχε κάνει ο ίδιος, και έγραψε τα εξής, αφού είχε προαισθανθή τον θάνατο του: «Αμαρτωλός Τυχών, Ιερομόναχος, 60 χρόνια στο Άγιον Όρος. Δόξα σοι ο Θεός».
Πάντα με το Δόξα σοι ο Θεός θα άρχιζε και με το Δόξα σοι ο Θεός θα τελείωνε ο Γέροντας. Είχε συμφιλιωθή πια με τον Θεό, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε περισσότερο το Δόξα σοι ο Θεός παρά το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με. Κινείτο, όπως είδαμε, στον θείο χώρο, αφού λάμβανε μέρος και στην ουράνια δοξολογία με τους Αγίους Αγγέλους την ώρα της Θείας Λειτουργίας.

Επειδή είχε ανάψει πια η φλόγα του θείου έρωτος μέσα στην καρδιά του, γι’ αυτό και δεν τον συγκινούσαν τα μάταια πράγματα, όπως ανέφερα. Το κελλί του ήταν και αυτό μικρό. Είχε ένα τραπεζάκι πού ακουμπούσε εικόνες, καθώς και το ακοίμητο κανδήλι και το θυμιατήρι. Δίπλα είχε το Αγγελικό του Σχήμα και το τριμμένο του ράσο. Από την άλλη πλευρά του τοίχου είχε τον Εσταυρωμένο και σε μια άκρη είχε τρεις σανίδες για κρεβάτι με μια κουρελιασμένη κουβέρτα απλωμένη για στρώμα. Για σκέπασμα είχε ένα παλιό πάπλωμα με τα βαμβάκια άπ’ έξω, από το όποιο έπαιρναν και τα ποντίκια βαμβάκι, για να κάνουν τις φωλιές τους. Επάνω στο δήθεν μαξιλάρι του είχε το Ευαγγέλιο και ένα βιβλίο με ομιλίες του Αγίου Χρυσοστόμου. Το δε πάτωμα του κελλιού του ήταν μεν από σανίδες, αλλά φαινόταν σαν σουβαντισμένο, επειδή δεν σκούπιζε ποτέ, και οι λάσπες, πού έμπαιναν από έξω, με τα γένια και τα μαλλιά, πού έπεφταν κάτω χρόνια ολόκληρα, είχαν σχηματίσει κανονικό σουβά.

Ο Παπα – Τυχών δεν έδινε καμιά σημασία στο καθάρισμα του κελλιού του αλλά στο καθάρισμα της ψυχής του, γι’ αυτό και κατόρθωσε να γίνη δοχείο της Χάριτος του Θεού. Συνέχεια έπλενε την ψυχή του με τα πολλά του δάκρυα και χρησιμοποιούσε χονδρά προσόψια, επειδή τα συνηθισμένα μανδήλια δεν τον εξυπηρετούσαν.
Είχε φθάσει σε μεγάλη κατάσταση πνευματική ο Γέροντας! Η ψυχή του είχε γίνει πολύ ευαίσθητη, αλλά, για να βρίσκεται ο νους του συνέχεια στον Θεό, είχε φθάσει και σε αναισθησία σωματική, αφού δεν αισθανόταν πια καμιά ενόχληση από τις μύγες, τα κουνούπια και τους ψύλλους, πού είχε χιλιάδες. Το κορμί του ήταν κατατρυπημένο και τα ρούχα του γεμάτα από κόκκινα στίγματα. Μου λέει ο λογισμός μου ότι και με τις σύριγγες να του τραβούσαν το αίμα του τα ζουζούνια, πάλι δεν θα το αισθανόταν. Μέσα στο κελλί του κυκλοφορούσαν όλα ελεύθερα, από ζουζούνια μέχρι ποντίκια. Κάποτε του είπε ένας Μοναχός, επειδή έβλεπε τα ποντίκια να χοροπηδούν:
-Γέροντα, θέλεις να σου φέρω μια γάτα; Εκείνος απήντησε:
– Όχι, παιδί μου. Εγώ έχω μια γάτα, μιάμιση φορά μεγαλύτερη από την γάτα. Έρχεται εδώ, την ταΐζω, την χαϊδεύω, και μετά πηγαίνει στην καλύβα της κάτω στο λάκκο και ησυχάζει.

Ήταν μια αλεπού, η οποία επισκεπτόταν τον Γέροντα τακτικά, σαν καλός γείτονας.
Είχε επίσης και μία αγριόχοιρο, πού γεννούσε κάθε χρόνο κοντά στο φράχτη του κήπου του, για να την προστατεύη ο Γέροντας. «Όταν έβλεπε κυνηγούς να περνούν από την περιοχή του, τους έλεγε ο Παπα – Τυχών:
– Παιδιά μου, εδώ δεν υπάρχουν μεγάλα γουρούνια. Φύγετε.
Οι κυνηγοί νόμιζαν ότι δεν υπάρχουν αγριόχοιροι στην περιοχή του και έφευγαν.

Ο άγιος Γέροντας σαν καλός πατέρας τους μεν ανθρώπους έτρεφε πνευματικά, τα δε μεγάλα άγρια ζώα τα ταΐζε από την λίγη τροφή πού είχε και τα χόρταινε περισσότερο από την πολλή του αγάπη, και τα μικρά ζουζούνια τ’ άφηνε να θηλάζουν από το λίγο του αίμα.
Είχε γερή κράση ο Γέροντας, αλλά από την πολλή άσκηση είχε εξαντληθή. «Όταν τον ρωτούσε κανείς «τι κάνεις, Γέροντα, είσαι καλά», απαντούσε:
– Δόξα σοι ο Θεός, καλά είμαι, παιδί μου. Εγώ δεν είμαι άρρωστος, αλλά αδυναμία έχω.
Πολύ στενοχωριόταν, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο νέο, και περισσότερο, όταν έβλεπε καλοθρεμμένο Καλόγηρο, επειδή δεν ταιριάζουν τα παχιά με το Αγγελικό Σχήμα.
Μια μέρα τον επισκέφτηκε ένας λαϊκός πολύ χονδρός και του λέει:
– Γέροντα, έχω πόλεμο σαρκικό με βρώμικους λογισμούς, πού δεν μ’ αφήνουν καθόλου να ησυχάσω.
Ο Παπα – Τυχών του είπε:
– Εάν, παιδί μου, εσύ θα κάνης υπακοή, με την Χάρη του Χριστού εγώ θα σε κάνω Άγγελο. Να λες, παιδί μου, συνέχεια την ευχή, το Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, και να περνάς όλες τις ημέρες με ψωμί και νερό, και το Σάββατο και την Κυριακή να τρως φαγητό με λίγο λάδι. Να κάνης και από εκατόν πενήντα μετάνοιες την νύκτα και να διαβάζης μετά την Παράκληση της Παναγίας και ένα κεφάλαιο από το Ευαγγέλιο και το Συναξάρι του Αγίου της ημέρας.
Μετά από έξι μήνες, πού τον ξαναεπισκέφτηκε, ο Γέροντας δεν μπόρεσε να τον γνωρίση, γιατί είχαν φύγει όλα τα περίσσια παχιά, και με ευκολία πια χωρούσε από την στενή πόρτα του Ναού του. Ο Γέροντας τον ρώτησε:
– Πώς περνάς τώρα, παιδί μου; Και εκείνος απήντησε:
– Τώρα νιώθω πραγματικά σαν Άγγελος, γιατί δεν έχω ούτε σαρκικές ενοχλήσεις ούτε και βρώμικους λογισμούς και αισθάνομαι πολύ ελαφρός, πού έφυγαν τα πάχυ.

Με τέτοιες πρακτικές συμβουλές νουθετούσε τους ανθρώπους πού του ζητούσαν βοήθεια. Εκτός, φυσικά, από την μεγάλη πείρα πού είχε αποκτήσει, είχε λάβει και θείο φωτισμό από τους μεγάλους ασκητικούς του αγώνες. Μετά από τις νουθεσίες του επακολουθούσαν οι προσευχές του, πού τις αισθάνονταν οι επισκέπτες έντονα, όταν έφευγαν.
Το πετραχήλι σχεδόν ποτέ δεν το έβγαζε, γιατί πολλές φορές το σήκωνε από τον έναν άνθρωπο και το άπλωνε στον άλλον και έπαιρνε τις αμαρτίες από τους συνανθρώπους του και τους ξαλάφρωνε με το Μυστήριο της θείας Εξομολογήσεως. Τις εξομολογήσεις, πού του έκαναν οι άνθρωποι, τις ξεχνούσε αμέσως και έτσι έβλεπε όλους τους ανθρώπους πάντοτε καλούς και όλο καλούς λογισμούς είχε για όλους, γιατί είχε εξαγνισθή πια η καρδιά του και ο νους του.
Κάποτε τον είχε ρωτήσει ένας Ηγούμενος: -Γέροντα, ποιος αδελφός είναι πιο καθαρός μέσα στο Κοινόβιο;
Ο Παπα – Τυχών απήντησε:
– Άγιε Καθηγούμενε, όλοι οι αδελφοί είναι καθαροί. Ποτέ δεν πλήγωνε άνθρωπο, αλλά του θεράπευε τα
τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού. Έλεγε στην πονεμένη ψυχή:
– Παιδί μου, εσένα ο Χριστός σε αγαπάει, σε συγχώρεσε. Ο Χριστός αγαπάει περισσότερο τους αμαρτωλούς πού μετανοούν και ζουν με ταπείνωση.
Πάντα τόνιζε την ταπείνωση και έλεγε χαρακτηριστικά:
– Ένας ταπεινός άνθρωπος έχει περισσότερη Χάρη από πολλούς ανθρώπους. Κάθε πρωΐ ο Θεός ευλογεί τον κόσμο με το ένα χέρι, άλλ’ όταν ιδή κανέναν ταπεινό άνθρωπο, τον ευλογεί με τα δυο Του χέρια. Πα-πα-πα, παιδί μου! εκείνος πού έχει μεγαλύτερη ταπείνωση, είναι ο μεγαλύτερος από όλους.
Επίσης, έλεγε γι’ αυτούς πού παρθενεύουν πώς πρέπει να έχουν και ταπείνωση, γιατί αλλιώς δεν σώζονται μόνο με την παρθενία, διότι η κόλαση είναι γεμάτη και από υπερήφανους παρθένους.
– Όταν καυχάται κανείς ότι είναι παρθένος – έλεγε -θα του πη ο Χριστός: «Επειδή δεν έχεις και ταπείνωση, πήγαινε στην κόλαση». Ενώ σ’ εκείνον πού ήταν αμαρτωλός και μετανόησε και ζη ταπεινά με συντριβή καρδίας και ομολογεί ότι είναι αμαρτωλός, θα του πη ο Χριστός: «Έλα, παιδί μου, εδώ στον γλυκό Παράδεισο».

Εκτός από την ταπείνωση και την μετάνοια τόνιζε πολύ την μελέτη του Θεού, δηλαδή ο νους του ανθρώπου να γυρίζη συνέχεια γύρω από τον Θεό. Επίσης, τόνιζε την μελέτη της Αγίας Γραφής και των Αγίων Πατέρων: Ευεργετινό, Φιλοκαλία, Άγιο Χρυσόστομο, Μέγα Βασίλειο, Γρηγόριο Θεολόγο, Άγιο Μάξιμο, Συμεών Νέο Θεολόγο, Αββά Μακάριο και Αββά Ισαάκ. «Η μελέτη, έλεγε ο Γέροντας, θερμαίνει και την ψυχή, καθαρίζει και τον νου και έτσι ασκείται με προθυμία ο άνθρωπος και αποκτάει αρετές, ενώ, όταν δεν ασκήται, αποκτάει πάθη».
Μια μέρα με ρώτησε:
– Εσύ, παιδί μου, τι βιβλία διαβάζεις; Του απήντησα:
-Αββά Ισαάκ.
– Πα-πα-πα, παιδί μου! αυτός ο Άγιος είναι μεγάλος! Ούτε έναν ψύλλο δεν σκότωνε ο Αββάς Ισαάκ.
Ήθελε με αυτό πού είπε να τονίση την μεγάλη πνευματική ευαισθησία του Αγίου.

Ο Πάπα – Τυχών προσπαθούσε να μιμηθή τον Άγιο Ισαάκ, όχι μόνο στο ησυχαστικό του πνεύμα αλλά και στην ευαισθησία της πνευματικής του αρχοντιάς, και δεν επιβάρυνε κανέναν άνθρωπο. Έλεγε στους Μοναχούς ότι πρέπει να ζουν ασκητικά, για να ελευθερωθούν από τις μέριμνες, και όχι να δουλεύουν σαν εργάτες και να τρώνε σαν κοσμικοί. Γιατί το έργο του Μονάχου είναι οι μετάνοιες, οι νηστείες, οι προσευχές, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για όλο τον κόσμο, ζωντανούς και πεθαμένους, και λίγη δουλειά για τα απαραίτητα, για να μην επιβαρύνη τους άλλους, διότι με την πολλή δουλειά και μέριμνα ξεχνάει κανείς τον Θεό. Έλεγε χαρακτηριστικά:
– Ο Φαραώ έδινε πολλή δουλειά και πολύ φαγητό στον λαό του Ισραήλ, για να ξεχάσουν τον Θεό.

Πριν αρχίση τις συμβουλές του ο Γέροντας, είχε τυπικό να κάνη πρώτα προσευχή, να επικαλεσθή το «Άγιο Πνεύμα, για να τον φωτίση, και αυτό συνιστούσε και στους άλλους. Έλεγε: «Ο Θεός άφησε το Άγιο Πνεύμα, για να μας φωτίζη. Αυτό είναι νοικοκύρης. Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας αρχίζει με το Βασιλεύ Ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας». Ενώ έλεγε αυτά για το Άγιο Πνεύμα, αλλοιωνόταν το πρόσωπό του, και πολλοί ευλαβείς άνθρωποι την έβλεπαν αυτή την αλλοίωση.
Μερικοί τον τραβούσαν και καμιά φωτογραφία κρυφά. Άλλοι του ζητούσαν ευλογία για να τον φωτογραφίσουν, και αυτός το δεχόταν απλά. Σηκωνόταν αμέσως, πήγαινε στο Ναό και φορούσε το Αγγελικό του Σχήμα. Έπαιρνε και τον Σταυρό στο ένα χέρι και με το άλλο ξέπλεκε την μεγάλη του γενειάδα, την οποία έδενε κότσο, και φαινόταν πράγματι σαν τον Πατριάρχη Αβραάμ, ιδίως στα υστερνά του, πού είχε γίνει ολόλευκος πια εσωτερικά και εξωτερικά. Αφού λοιπόν ετοιμαζόταν, στεκόταν κάτω από την ελιά, για να τον φωτογραφίσουν, και έπαιρνε μια στάση μικρού παιδιού. Είχε ωριμάσει πια πνευματικά και είχε γίνει σαν μικρό παιδί, όπως μας συνιστά ο Χριστός να γίνουμε σαν τα άκακα παιδιά.

Οι Πατέρες πού τον συμβουλεύονταν, στα γεράματα του τον επισκέπτονταν πιο τακτικά, για να του προσφέρουν καμιά βοήθεια, και τον ρωτούσαν:
– Γέροντα, μήπως θέλεις να σου κόψουμε ξύλα; Εκείνος απαντούσε:
– Κάνετε υπομονή, εάν δεν πεθάνω το καλοκαίρι, να μου κόψετε ξύλα για τον χειμώνα.
Το 1968 είχε προαισθανθή πια τον θάνατο του, γιατί συνέχεια ανέφερε για τον θάνατο. Τον είχαν εγκαταλείψει και οι λίγες σωματικές του δυνάμεις. Μετά της Παναγίας (τον Δεκαπενταύγουστο) είχε πέσει στο κρεβάτι και έπινε μόνο νερό, γιατί καιγόταν εσωτερικά. Παρόλο πού βρισκόταν σ΄ αυτή την κατάσταση, πάλι δεν ήθελε να μένη άνθρωπος κοντά του, για να μη τον περισπά στην αδιάλειπτη προσευχή του.

Όταν είχε πλησιάσει η τελευταία εβδομάδα της ζωής του επί της γης, τότε μου είπε να καθήσω κοντά του, γιατί θα αποχωριζόμασταν πια, αφού θα έφευγε εκείνος για την αληθινή ζωή. Ακόμη και αυτές τις δέκα ημέρες δεν με άφηνε να μένω συνέχεια κοντά του, αλλά μου έλεγε να πηγαίνω στο διπλανό κελλάκι, για να προσεύχωμαι κι εγώ μετά από την μικρή βοήθεια πού του πρόσφερα. Φυσικά, δεν είχα τα απαιτούμενα για να τον ανακουφίσω όσο έπρεπε, αλλά, επειδή δεν είχε ανακουφισθή ποτέ το ταλαιπωρημένο του σώμα, και η ελάχιστη βοήθεια του φαινόταν πολύ μεγάλη.

Μια μέρα, είχα οικονομήσει δύο λεμόνια και του έκανα μια λεμονάδα. Μόλις ήπιε λίγο δροσίστηκε και με κοιτούσε παράξενα.
-Πα-πα-πα, παιδί μου! αυτό το νερό είναι πολύ καλό! Που το βρήκες; Ο Χριστός να σου δώση σαράντα χρυσά στεφάνια. Φαίνεται δεν είχε πιή ποτέ λεμονάδα ή είχε πιή, όταν ήταν πολύ μικρός, και είχε ξεχάσει την γεύση της.

Επειδή ήταν ακίνητος πια στο κρεβάτι, γιατί είχε παραδώσει σ’ αυτό τις λίγες του σωματικές δυνάμεις και δεν μπορούσε να σηκωθή να πάη στο Ναό του Τιμίου Σταυρού, όπου λειτουργούσε με ευλάβεια χρόνια ολόκληρα, μου ζήτησε να του φέρω τον Σταυρό από την Αγία Τράπεζα για παρηγοριά. Όταν είδε τον Σταυρό, γυάλισαν τα μάτια του και, αφού τον ασπάσθηκε με ευλάβεια, τον κρατούσε σφιχτά στο χέρι του με όλη την δύναμη πού του είχε απομείνει. Είχα δέσει και ένα κλωνάρι βασιλικό στον Σταυρό και του έλεγα:
-Μυρίζει καλά, Γέροντα; Εκείνος μου απαντούσε:
– Ο Παράδεισος, παιδί μου, μυρίζει πολύ καλύτερα.

Μια μέρα από εκείνες τις τελευταίες του, είχα βγει έξω, για να του φέρω λίγο νερό. Όταν άνοιξα μετά και μπήκα στο κελλί του, με κοιτούσε παράξενα και μου λέγει:
– Εσύ, ο Άγιος Σέργιος είσαι;
– Όχι, Γέροντα, είμαι ο Παΐσιος.
-Τώρα, παιδί μου, ήταν εδώ η Παναγία, ο Άγιος Σέργιος και ο Άγιος Σεραφείμ. Που πήγαν; Κατάλαβα ότι κάτι γίνεται και τον ρώτησα:
– Τι σου είπε η Παναγία;
-Θα πέραση η Πανήγυρη και μετά θα με πάρη.
Ήταν απόγευμα, παραμονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, 7 Σεπτεμβρίου του 1968 και μετά από τρεις ημέρες, στις 10 Σεπτεμβρίου, αναπαύθηκε εν Κυρίω.

Την προτελευταία ημέρα μου είχε πει ο Γέροντας:
– Αύριο θα πεθάνω και θέλω να μη κοιμηθής, για να σε ευλογήσω.
Εγώ τον λυπόμουνα εκείνο το βράδυ, πού κουραζόταν, γιατί συνέχεια τρεις ώρες είχε τα χέρια του επάνω στο κεφάλι μου, με ευλογούσε και με ασπαζόταν για τελευταία φορά. Για να εκφράση και την ευγνωμοσύνη του για το λίγο νερό πού του είχα δώσει στα τελευταία του, μου έλεγε:
– Γλυκό μου Παΐσιο, εμείς, παιδί μου, θα έχουμε αγάπη εις αιώνας αιώνων, η αγάπη είναι ακριβή η δική μας. Εσύ θα κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα κάνω από τον Ουρανό. Πιστεύω ότι θα με ελεήση ο Θεός, γιατί εξήντα χρόνια, παιδί μου, Καλόγηρος, συνέχεια έλεγα Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.

Έλεγε επίσης:
– Εγώ θα λειτουργώ πια στον Παράδεισο. Εσύ να κάνης ευχή από εδώ, και εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω. Εάν εσύ θα καθήσης στό Κελλί αυτό, εγώ θα έχω χαρά, αλλά όπως ο Θεός θέλει, παιδί μου. Σου έχω και κουμπάνια, για τρία χρόνια κονσέρβες, και μου έδειχνε, δίπλα, έξι μικρά κουτιά σαρδέλες και αλλά τέσσερα κουτιά καλαμάρια, πού τα είχε φέρει κάποιος από καιρό, και έμειναν στην ίδια θέση, όπου τα είχε αφήσει ο επισκέπτης τότε. (Για μένα αυτές οι κονσέρβες δεν έφθαναν ούτε για μια εβδομάδα).

Ξανά επανελάμβανε ο Γέροντας:
– Εμείς, παιδί μου, θα έχουμε ακριβή αγάπη εις αιώνας αιώνων, και θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω, και τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα συνέχεια.

Είναι αλήθεια ότι εκείνες οι δέκα τελευταίες ημέρες πού παρέμεινα κοντά του, ήταν η μεγαλύτερη ευλογία του Θεού για μένα, γιατί βοηθήθηκα περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αφού μου δόθηκε η ευκαιρία να τον ζήσω λίγο από κοντά και να τον γνωρίσω καλύτερα. Αυτό πού μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πόσο στα ζεστά είχε πάρει το θέμα της σωτηρίας της ψυχής! Δίπλα από το κρεβάτι του είχε έτοιμες επιστολές, για να τις ταχυδρομήσω, μόλις πεθάνη, σε γνωστούς του Επισκόπους, για να τον μνημονεύουν. Επίσης μου έδωσε εντολή να φέρω Επίσκοπο να τον διαβάση στον τάφο και να τον αφήσω εκεί – να μη του κάνω την εκταφή – μέχρι την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Είχα ειδοποιήσει εν τω μεταξύ στο Μοναστήρι ότι είναι πια στα τελευταία του ο Παπα – Τυχών, και ήρθε ο Πατήρ Βασίλειος, για να τον ετοιμάσουμε. Έβλεπες πια σιγά – σιγά να σβήνη ο Γέροντας, σαν το κανδήλι, πού τελειώνει το λάδι από την κούπα και μένει λίγο στο φυτίλι, και κάνει τις τελευταίες του αναλαμπές.

Έτσι μας έφυγε η αγιασμένη του ψυχή και μας άφησε το σώμα του και ένα μεγάλο κενό. Τον ετοιμάσαμε οι δυο μας και ειδοποιήσαμε το πρωΐ και τους άλλους Πατέρες, και του διάβασαν την νεκρώσιμη ακολουθία οι γνωστοί του Ιερείς με ευλάβεια. Μας άφησε πόνο, φυσικά, στις ψυχές μας με τον αποχωρισμό του, γιατί η παρουσία του έπαιρνε πόνο και σκορπούσε παρηγοριά. Τώρα πια ο Γέροντας θα μας επισκέπτεται εκείνος από τον Ουρανό και θα μας βοηθάη περισσότερο. Άλλωστε, το είχε υποσχεθή ο ίδιος: «Εγώ θα έρχωμαι κάθε χρόνο να σε βλέπω».

Πέρασαν τρία χρόνια ολόκληρα, χωρίς να μου παρουσιασθή, και αυτό με έβαλε σε λογισμούς: «μήπως έσφαλα σε κάτι;» Μετά από τρία χρόνια μου έκανε την πρώτη του επίσκεψη. Εάν εννοούσε ο Γέροντας ότι το «…κάθε χρόνο» θα άρχιζε μετά από τα τρία χρόνια, αυτό με παρηγορεί, γιατί έτσι δεν ήμουν εγώ αίτια σ’ αυτό το θέμα.

Η πρώτη λοιπόν φορά ήταν στις 10 Σεπτεμβρίου 1971, βράδυ, μετά το μεσονύκτιο. Ενώ έλεγα την ευχή, βλέπω ξαφνικά τον Γέροντα να μπαίνη στο κελλί! Πετάχτηκα και του έπιασα τα πόδια και τα φιλούσα με ευλάβεια. Δεν κατάλαβα όμως πώς ξεγαντζώθηκε από τα χέρια μου και, καθώς έφευγε, τον είδα να μπαίνη στο Ναό, και εξαφανίστηκε. Φυσικά, τα χάνει κανείς εκείνη την ώρα, όταν συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Ούτε και μπορεί να τα εξηγήση αυτά με την λογική, γι’ αυτό και λέγονται θαύματα. Άναψα αμέσως το κερί, γιατί μόνο το κανδήλι είχα αναμμένο, όταν συνέβη αυτό, για να σημειώσω στο ημερολόγιο την ημέρα αυτή πού μου είχε παρουσιασθή ο Γέροντας, για να το θυμάμαι. «Όταν είδα ότι ήταν η ημέρα πού είχε κοιμηθή ο Γέροντας (10η Σεπτεμβρίου), πολύ λυπήθηκα και ελέγχθηκα, πού μου πέρασε τελείως απαρατήρητη εκείνη η ημέρα. Πιστεύω να με συγχώρησε ο καλός Πατέρας, γιατί εκείνη την ημέρα, από το φώτισμα το ηλιοβασίλεμα, είχα επισκέπτες στο Καλύβι και είχα κουραστή και ζαλιστή και ξεχάστηκα τελείως. Αλλιώς, κάτι θα έκανα για να βοηθηθώ ο ίδιος και να δώσω λίγη χαρά στον Γέροντα με ολονύκτια προσευχή.

Δεν ξέρω εάν είχε παρουσιασθή σε άλλον, πριν από την πρώτη αυτή επίσκεψη πού μου έκανε. Στο Κελλί μου πάντως είχε παρουσιασθή και σ’ έναν άγνωστο Μοναχό (πρώην Καρακαλληνό), στον Πατέρα Ανδρέα, ως εξής:
Είχε έρθει στο Κελλί μου, για να τον εξυπηρετήσω σε κάτι πού ήθελε. Φυσικά, ούτε με γνώριζε ούτε και εγώ τον γνώριζα. Περίμενε λοιπόν έξω από το Κελλί μου, κάτω από την ελιά, γιατί νόμιζε ότι απουσιάζω. Εγώ ήμουν μέσα στο εργαστήρι και δεν ακουγόμουνα, γιατί βερνίκωνα εικονάκια. Όταν τελείωσα, έψαλα το Άγιος ο Θεός και βγήκα έξω. Μόλις με είδε ο Πατήρ Ανδρέας, ξαφνιάστηκε και μου διηγήθηκε με θαυμασμό το εξής γεγονός:
«Ενώ περίμενα κάτω από την ελιά, είχαν κλείσει τα μάτια μου, αλλά τις αισθήσεις μου τις είχα. Βλέπω, λοιπόν, έναν Γέροντα να βγαίνη από εκείνα τα δενδρολίβανα και να μου λέη:
— Ποιόν περιμένεις;
Και εγώ του απήντησα:
-Τον Πατέρα Παΐσιο.
Ο Γέροντας μου είπε:
– Εδώ είναι, και έδειχνε με το δάκτυλο προς το κελλί.
Εκείνη την στιγμή πού έδειχνε, άκουσα να ψέλνης το Άγιος ο Θεός και βγήκες έξω. Αυτός, Πάτερ Παΐσιε, θα είναι κανένας Άγιος, γιατί τους καταλαβαίνω. Έχω ιδεί και άλλες φορές τέτοια!»
Τότε του διηγήθηκα μερικά για τον Γέροντα και του είπα ότι εκεί στα δενδρολίβανα είναι ο τάφος του. Είχα φυτέψει γύρω – γύρω δενδρολίβανα, τα οποία είχαν μεγαλώσει, και δεν διακρινόταν ο τάφος, για να μη πατιέται το Λείψανο του, μια πού μου έδωσε εντολή να μη του κάνω εκταφή.

Νομίζω ότι από τα λίγα αυτά πού ανέφερα και από τα λίγα πού έγραψα γύρω από την ζωή του σεβαστού Γέροντος, πολλά θα καταλάβουν όσοι έχουν εσωτερικά βιώματα. Φυσικά, όσοι ζούνε ταπεινά και στην αφάνεια μπορούν να καταλάβουν πόσο αδικούνται οι Άγιοι, με το να βλέπουμε μόνο τις εξωτερικές αρετές των Αγίων – όσες δεν κρύβονται – και αυτές μόνο να γράφουμε, ενώ ο πνευματικός πλούτος των Αγίων μας είναι σχεδόν άγνωστος. Αυτά τα λίγα, συνήθως, πού έχουμε από τους Αγίους ή τους ξέφυγαν, διότι δεν μπόρεσαν να τα κρύψουν, ή τους ανάγκαζε η μεγάλη τους αγάπη να κάνουν αυτή την πνευματική ελεημοσύνη.

Φυσικά, μόνο ο Θεός γνωρίζει τα πνευματικά μέτρα των Αγίων. Ούτε και οι ίδιοι οι Άγιοι τα γνώριζαν, διότι οι Άγιοι μόνο τις αμαρτίες τους μετρούσαν και όχι τα πνευματικά τους μέτρα. Έχοντας λοιπόν ύπ’ όψιν μου το άγιο αυτό τυπικό των Αγίων, πού δεν αναπαύονται στους ανθρώπινους επαίνους, προσπάθησα να περιοριστώ στα απαραίτητα γεγονότα.
Πιστεύω ότι είναι ευχαριστημένος και ο Παπα – Τύχων και δεν θα παραπονεθή, όπως παραπονέθηκε σ’ αυτόν ο φίλος του Γερο – Σιλουανός, όταν είχε γράψει για πρώτη φορά τον Βίο του ο Πατήρ Σωφρόνιος. Είχε παρουσιασθή τότε ο Γερο – Σιλουανός στον Παπα – Τύχωνα και του είπε:
-Αυτός ο ευλογημένος Πατήρ Σωφρόνιος πολλά εγκώμια μου έγραψε, δεν το ήθελα.
Γι’ αυτό φυσικά είναι και Άγιοι. Επειδή απέφευγαν την ανθρώπινη δόξα, τους δόξασε ο Θεός.

Οι ευχές του Παπα – Τύχωνα και όλων των γνωστών και αγνώστων Αγίων να μας βοηθάνε στα δύσκολα χρόνια πού περνάμε. Αμήν.

(Ακολουθεί ή προσευχή του Γέροντα, πού είχε γράψει με πολύ πόνο και πολλά δάκρυα και την έστελνε στις πονεμένες ψυχές της Ρωσίας σαν βάλσαμο από το Περιβόλι της Παναγίας).

«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χριστού».

Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χριστού! Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χριστού, την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου; Ω! με την αγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά, με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς. Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις. Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαριστήση, έστω κι αν είχε Αγγελικό νουν; Αμαρτωλοί, ελάτε γρήγορα. Ο Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος. Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγια Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψη τις πληγές σας! Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξιώση με μεγάλη ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνωμε τα πανάχραντα Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα ευδοκήση να πλύνη τις αμαρτίες μας και θα μας ανοίξη τις πόρτες του Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και Αγγέλους, τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Ομοούσιο και αδιαίρετο Τριάδα.

Ιερομόναχος Τύχων – Άγιον Όρος

Γράφτηκε ο Βίος του Γέροντα στις 26 Μαΐου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου Κάρπου, το 1977, στο Σταυρονικητιανό Κελλί «Τίμιος Σταυρός». Δόξα σοι ο Θεός! Μοναχός Παΐσιος

Από το βιβλίο «ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ» του Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου.

Πηγή: entaksis.gr/

Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025

27/03/2025 - Αγία Ματρώνα η εν Θεσσαλονίκη.

27/03/2025 - Αγία Ματρώνα η εν Θεσσαλονίκη.
Οὐκ ἄξιον λαθεῖν σε Μάρτυς Ματρῶνα,
Κἂν ἔνδον εἱρκτῆς ἐκπνέῃς κεκρυμμένη.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ θάνε Ματρῶνα ἑνὶ εἱρκτῇ.
Η Οσία Ματρώνα έζησε στη Θεσσαλονίκη και συγκαταλέγεται μεταξύ των Μαρτύρων των πρώτων αιώνων της Εκκλησίας μας, κατά την περίοδο των διωγμών.
Υπήρξε ακόλουθος μιας πλούσιας και ευγενούς Ιουδαίας, με το όνομα Παντίλλα
ή Παυτίλλα, η οποία ήταν σύζυγος του στρατοπεδάρχη της Θεσσαλονίκης.
Καθημερινά συνόδευε την κυρία της στη συναγωγή της πόλεως, όπου ωστόσο δεν πήγαινε η ίδια, διότι κρυφά κατέφευγε σε χριστιανικό ναό, για να προσευχηθεί.
Μοιραία, όμως, επειδή για πολύ καιρό η Ματρώνα ξεγελούσε την κυρία της, μια λάθος κίνηση στάθηκε αφορμή για να αποκαλυφθεί η ταυτότητά της.
Σε μία εορτή των Ιουδαίων, κατά την οποία συνήθιζαν να τρώνε πικρά χόρτα και άζυμα, η Ματρώνα άργησε να επιστρέψει από το ναό και όταν έφθασε στην συναγωγή γινόταν η τελετή των Επιτιμίων.
Ένας από τους δούλους της Παντίλλας κατήγγειλε ότι η Ματρώνα ήταν Χριστιανή και ότι εξαπατά την κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορά που αυτή προσερχόταν στην συναγωγή, εκείνη να πηγαίνει στην Εκκλησία.
Αυτό προκάλεσε την οργή της Παντίλλας, που δεν δίστασε, ξεσπώντας σε κραυγές,
να την κατηγορήσει ότι είναι εχθρική προς αυτήν.
Διέταξε αμέσως την σύλληψή της και, αφού την συνέλαβαν και την έδεσαν, άρχισαν να την μαστιγώνουν.
Η Ματρώνα, όμως, με παρρησία δήλωσε ότι είναι Χριστιανή και ότι, αν και η κυρία της εξουσίαζε το σώμα της και την ίδια της την ζωή, ωστόσο δεν μπορούσε να την μεταπείσει σε όσα πίστευε.
Η Παντίλλα, αφού την αλυσόδεσε, διέταξε να την φυλακίσουν και να σφραγίσουν την πόρτα του κελιού της.
Έπειτα από τρεις ημέρες, νωρίς το πρωί, πήγε η ίδια να δει αν η Ματρώνα ζει. Έκπληκτη διαπίστωσε ότι είχε ελευθερωθεί από τα δεσμά της και στεκόταν φωτεινή ψάλλοντας, χωρίς να έχει το παραμικρό ίχνος τραύματος και βασανισμού. Εξοργισμένη η Παντίλλα διέταξε να δέσουν πάλι την Ματρώνα και να την μαστιγώσουν ανηλεώς.
Εκείνη, έκπληκτη για την ιδιαίτερη σκληρότητα της κυρίας της, την ρώτησε γιατί την βασάνιζε, ομολογώντας ωστόσο την πίστη της στον Χριστό.
Καταπονημένη από τα βασανιστήρια και μην μπορώντας να σταθεί στα πόδια της, η Ματρώνα κλείσθηκε και πάλι στην φυλακή.
Έπειτα από τρεις ημέρες, όταν η Παντίλλα επισκέφθηκε το κελί της φυλακής της Αγίας, αντίκρισε το ίδιο θέαμα.
Την Μάρτυρα απελευθερωμένη από τα δεσμά της, με το ίδιο φωτεινό πρόσωπο, παρά τα βασανιστήρια και την πείνα που υπέστη επί δεκατέσσερις ημέρες.
Τότε η κυρία της, γεμάτη οργή, διέταξε να δέσουν την Ματρώνα σε δρύινα ξύλα και να την βασανίσουν.
Εξαντλημένη η Αγία από τις μαστιγώσεις και με το σώμα της γεμάτο σημάδια, ψέλλισε με αδύναμη φωνή λίγες λέξεις προσευχής και παρέδωσε το πνεύμα της.
Η Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον με το όνομα Στρατόνικος, να τυλίξει το λείψανο της Αγίας σε δέρμα και στην συνέχεια
να το ρίξει έξω από τα τείχη της πόλεως.
Το ιερό λείψανό της το παρέλαβαν οι Χριστιανοί και το ενταφίασαν με ευλάβεια κοντά στην Λεωφόρο, δηλαδή την Εγνατία οδό. Μετά το τέλος των διωγμών, ο Επίσκοπος Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος πήρε το σκήνωμα της Μάρτυρος και το μετέφερε μέσα στην πόλη και, αφού έκτισε ναό, το απέθεσε εντός αυτού.
Την εποχή της Φραγκοκρατίας, όμως, το σκήνωμα της Αγίας μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη και εναποτέθηκε σε ναό, που καταστράφηκε κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Εκτός των τειχών της Θεσσαλονίκης υπήρχε και μονή αφιερωμένη στην Αγία Ματρώνα.
Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Γνώμην ἀήττητον, Ματρώνα φέρουσα, πίστιν τὴν ἔνθεον, ἄσυλον ἔσωσας, μὴ δουλωθεῖσα τὴν ψυχήν, Ἑβραίων τὴ ἀπηνεία ὅθεν ἀριστεύσασα, καὶ τὸν δόλιον κτείνασα, μυστικῶς νενύμφευσαι, τῷ Δεσπότῃ τῆς κτίσεως. Αὐτὸν οὒν ἐκτενῶς ἐκδυσώπει, πάσης ἠμᾶς ρυσθήναι βλάβης.

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025

Ὁ Mαρμαρωμένος Βασιλιὰς Ἰωάννης ἐμφανίστηκε στὸν Μακρυγιάννη!

 Ὁ Mαρμαρωμένος Βασιλιὰς Ἰωάννης ἐμφανίστηκε στὸν Μακρυγιάννη! 

Καὶ τοῦ ἀποκάλυψε τὰ συγκλονιστικὰ γεγονότα ποὺ ἔρχονται!


Ὁ ἀναμενόμενος ἅγιος Βασιλέας Ἰωάννης, γιὰ τὸν ὁποῖο ἔχουν μιλήσει, προφητεῖες, Ἅγιοι καὶ σύγχρονοι Γέροντες, εἶχε ἐμφανιστεῖ προσωπικὰ καὶ ὁλοζώντανα στὶς 20 Δεκεμβρίου 1849 μ.Χ. στὸν ἴδιο τὸν εὐσεβέστατο Στρατηγὸ Μακρυγιάννη, ὁ ὁποῖος κατέγραψε λεπτομερῶς τὶς ἐμφανίσεις αὐτὲς καὶ ἄλλα θαύματα καὶ φανερώσεις τοῦ Θεοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων, σὲ ἰδιαίτερα χειρόγραφά του, παντελῶς ἄγνωστα γιὰ ὁλόκληρες δεκαετίες! Εἶχαν περιέλθει δὲ στὰ χέρια τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη ἴσως τὸ 1936.
Ὁ Βλαχογιάννης, ποὺ ἐξέδωσε τὰ γνωστά, πρῶτα «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Στρατηγοῦ, ἔδωσε στὰ χρόνια της Κατοχῆς τὰ δεύτερα αὐτά, ἄγνωστα ἀπομνημονεύματα στὸν βοηθὸ τοῦ Ἄγγελο Παπακώστα, ὁ ὁποῖος ὁλοκλήρωσε τὴ μεταγραφὴ δεκαετίες μετά, τὸ 1977 καὶ προχώρησε σὲ μία τελικὴ μορφὴ τὸ 1980, παραδίδοντας τὴν ἐπίπονη καὶ μακροχρόνια ἐργασία του στὸ Μορφωτικὸ Ἵδρυμα τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας, τὸ ὁποῖο καὶ ἐξέδωσε τελικὰ τὰ δεύτερα αὐτά, ἐντελῶς ἄγνωστα καὶ συγκλονιστικὰ κείμενα τοῦ Στρατηγοῦ, μὲ τίτλο «Ὁράματα καὶ Θάματα», 120 σχεδὸν χρόνια μετὰ τὴν κοίμησή του!
Τὰ πρῶτα, τὰ ἱστορικὰ θὰ λέγαμε «Ἀπομνημονεύματα» τοῦ Μακρυγιάννη, βρέθηκαν στὰ....
ὑπόγεια τοῦ σπιτιοῦ του στὴν Ἀθήνα, ἀπὸ τὸν γιὸ τοῦ Κίτσο Μακρυγιάννη τὸ 1901, μετὰ ἀπὸ μεγάλη ἐπιμονὴ τοῦ διψασμένου Βλαχογιάννη! Τὰ χειρόγραφα ἦταν τοποθετημένα μέσα σὲ τενεκέδες σκεπασμένους μὲ ξύλα καὶ ἄλλα ὑλικὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Στρατηγό, προκειμένου νὰ διατηρηθοῦν καὶ μάλιστα νὰ διαφυλαχθοῦν ἀπὸ τὴν ὑγρασία, ὅπως καὶ ἔγινε, παραμένοντας ἐκεῖ μέσα μισὸ αἰώνα!
Στὰ δεύτερα, τὰ πνευματικὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ Στρατηγοῦ μας - ποὺ παραμένει ἀκόμη μυστήριο τὸ πῶς βρέθηκαν, ἐπειδὴ ὁ Βλαχογιάννης ποὺ τὰ κατεῖχε μαζὶ μὲ τὰ πρῶτα τὰ κράτησε στὴν ἀφάνεια – οἱ ἐμφανίσεις ποὺ περιγράφει ὁ Μακρυγιάννης εἶναι συγκλονιστικὲς καὶ σπάνιες! Δικαιολογοῦνται δὲ ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἐντατικὴ πνευματικὴ ζωή του, τὴν ὁποία ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ Γέροντας Παΐσιος, τὶς ἀσταμάτητες προσευχές του, τὶς ἀμέτρητες καθημερινὲς γονυκλισίες καὶ μετάνοιές του (πάνω ἀπὸ 1.300 τὴν ἡμέρα καὶ 3.300 τὸ Μεγαλοβδόμαδο), τὰ κομποσκοίνια του, τὸν «κανόνα» τοῦ δηλαδή, ποὺ τὸν ἔκανε κυριολεκτικὰ ὡς μεγαλόσχημος μοναχός… 
Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «μακάριοι οἱ καθαροὶ τὴ καρδία, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται"…
Παρακάτω, παραθέτουμε μερικὰ κομμάτια αὐτῶν τῶν χειρογράφων, ὅπου ἀναφέρεται τὸ ποθούμενο τῆς Πόλης, ἡ ἀνασύσταση τῆς Ὀρθόδοξης ἙλληνοΧριστιανικῆς μας Αὐτοκρατορίας καὶ ὁ ἀναμενόμενος γέροντας βασιλέας Ἰωάννης, μὲ κάποια σχόλιά μας σὲ παρένθεση, γιὰ τὴ διευκόλυνση τῶν ἀναγνωστῶν:

ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΑ ΙΩΑΝΝΗ ΣΤΟΝ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ.

«…Τότε μου λέγει (σ.σ. ὁ Θεός): Μὴν κλαῖς, Γιάννη, καὶ ὅσα περικαλιέσαι, καὶ τὴν πατρίδα σου θ’ ἀναστήσω καὶ τὴν θρησκεία σου καὶ γενικῶς τὴν ἀνθρωπότη, μὲ τὸν καιρό τους, Γιάννη, δὲν εἶναι ἡ ὥρα ἡ διορισμένη ἀκόμα. καὶ θὰ ἰδεῖτε, ὅλοι ὅσοι πηγαίνουν κόντρα τῆς θελήσεώς μου. καὶ δικούς σας καὶ ἄλλους, θὰ σᾶς λευτερώσω ἀπὸ τοὺς ἀναθεματισμένους καὶ θὰ σᾶς δώσω τὴν μεγάλη κορόνα»! σέλ. 139
(Σχόλιό μας: τὸ «δὲν εἶναι ἡ διορισμένη ὥρα» τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται σὲ πολλὰ μέρη, δείχνει τὸ μεγάλο καὶ μακροχρόνιο σχεδιασμὸ τῆς Πρόνοιάς Του καὶ τὴν «μεγάλη κορῶνα», τὸ μεγάλο βασίλειο, τὴν Ὀρθόδοξη Αὐτοκρατορία τῆς Πόλης ποὺ εἴχαμε χάσει καὶ θὰ μᾶς ξαναδώσει ὅταν ἔρθει αὐτὴ ἡ ὥρα - ὅμως ὅλα αὐτὰ προϋποθέτουν καὶ τοὺς κατάλληλους ἀνθρώπους καὶ μάλιστα ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ ὅπως φαίνεται δὲν θὰ λείψουν. Μάλιστα ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἴσως νὰ εἶναι καὶ ὁ ἴδιος ὁ Μακρυγιάννης…)

«… Τότε ὅπου μόδωσε ἀπὸ τὸ φόρεμα καὶ τὴν σκέπη, μοῦ εἶπε (σ.σ. ὁ Θεός): Εἶσαι ὁ πρόδρομος τῆς πιτροπῆς ὅπου θὰ συστήσω, ὅποτε εἶναι ἡ ὥρα, καὶ τὴν ζωή σου σοὺ ἀσφάλισα καὶ τὴν ψυχή σου»! σέλ. 140
(Σχόλιό μας: ἐδῶ ἀποκαλύπτεται στὸ Σχέδιο τοῦ Θεοῦ μία «Ἐπιτροπή», προφανῶς εὐσεβοῦς Διακυβέρνησης (βασιλείας), στὴν ὁποία ὁ Μακρυγιάννης εἶναι «Πρόδρομος» - «Πρόδρομος» δὲ θὰ πεῖ αὐτὸς ποὺ ἑτοιμάζει, ποὺ προετοιμάζει, ποὺ ἀνοίγει τὸ δρόμο, ποὺ εἶναι μπροστάρης... 
Ἄρα ὁ Μακρυγιάννης ἔχει σαφέστατο ρόλο σὲ αὐτὸ τὸ Σχέδιο τοῦ Θεοῦ καὶ ἴσως αὐτὸς ὁ ρόλος δὲν τελείωσε οὔτε τὸ 1843 μὲ τὴν Ἐπανάσταση γιὰ τὸ Σύνταγμα, οὔτε τὸ 1864 μὲ τὴν κοίμησή του… ὅπως ἀφήνεται νὰ ἐννοηθεῖ σὲ ἄλλα σημεῖα…)

«Μία βραδιὰ κοιμόμουν μέσα εἰς τὶς εἰκόνες (εἶχα ἐκεῖ τὸ γιατάκι μου)….. καὶ μὲ πῆραν καὶ μὲ πῆγαν ἀπάνω, σὲ μία πεδιάδα, ὅμως πολλὰ λυπηρή….. 
Κολλώντας εἰς τὴν πεδιάδα ἐκείνη, ἦταν ὁ ἀφέντης μᾶς (σ.σ. Πατήρ), εἰς τὸ δεξιόν του ὁ Χριστός, εἰς τὸ δεξιόν του Χριστοῦ ἡ Θεοτόκο καὶ ὡς δώδεκα ἅγιοι (τὸν ἅγιον Γιάννη τὸν Βαφτιστῆ τὸν γνώρισα πολὺ καλά), καὶ ἦταν ὅλοι εἰς τὰ μαῦρα, ὁ ἀφέντης καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι, καὶ κάθονταν.
 Εἰς τὸ ἀριστερὸν μέρος ἦταν ὅσοι εἶχαν ἐγκλήματα πολλὰ καὶ ὅσοι εἶχαν παιδιὰ βαφτισμένα καὶ ἔκαναν ἁμαρτία μὲ τὶς κουμπάρες τους, καὶ ὅσοι κορίτσια ἔφθειραν, ἦταν καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐγκληματίες….. ὕστερα παρουσιάζεται ἐμπροστὰ εἰς τὸ κριτήριον ἕνα πράγμα, τὸ μεγαλύτερον καὶ ἀγριότερον θερίον, καὶ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα του, καὶ ἀπὸ μέσα τοῦ ἔβγαιναν λογιῶν τῶν λογιῶν φωτιές, σὰν μιναρέδες, καὶ μπροστὰ ἐρχόταν οἱ φωτιές….. εἰς τὸ πύρι, εἰς τὸ πύρι, εἰς τὸ πύρι τὸ ἐξώτερον! Καὶ φορτωμένους τοὺς ρίχναν ἐκεῖ μέσα. τότε τὰ παιδιὰ τὰ ξαναβάφτιζε ὁ ἃ-Γιάννης μὲ τοὺς ἁγίους, καθὼς τὰ βαφτίζομεν ἐδῶ…. 
Τότε, ἀδελφοί, ἐβλέπετε τὴν μεγάλη ὀργὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς βασιλείας του καὶ τὴν μεγάλην ἀγανάχτησην. 
Τότε ἔβλεπες βασιλεῖς λογιῶν τῶν λογιῶν, καὶ φραγκοφορεμένους καὶ ἀπὸ τὶς δικές μας φορεσιές, ὁπού ἔλεγαν
 «Εἰς τὸ πυρὶ» καὶ πέφταν ἐκεῖ μέσα εἰς τὸ πύρινον καμίνι, εἰς τοὺς ἄγριου θεριοῦ τὸ στόμα. Τότε παρουσιάζει καὶ τὸν βασιλέα μᾶς (σ.σ. Ὄθωνα) καὶ τοὺς ὀπαδούς του καὶ τὴν βασίλισσά μας γυμνούς, καὶ ἀφοῦ τοὺς γύμνωσαν, πᾶνε ὅλοι μέσα ἐκεῖ εἰς τὸ πύρινο καμίνι, καὶ ὁ Κωλέττης καὶ οἱ ὀπαδοί του…..
…Ἀφοῦ γύμνωσε τὸν βασιλέα μας καὶ βασίλισσά μας, εὐθὺς ἕντυσε ἕναν γέρο μὲ γένια καὶ τὸν εὐλόγησεν ὁ ἀφέντης μας καὶ ὅλοι, καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὰ δεξιά του…» σέλ.143
(Σχόλιό μας: φοβερὴ εἰκόνα τῆς Κρίσεως καὶ Κολάσεως, μὲ ρητὴ καταδίκη συγκεκριμένων ἁμαρτημάτων ποὺ προκαλοῦν ὀργὴ στὸν Θεό, ἀλλὰ καὶ Κυβερνητῶν – Βασιλέων, ποὺ διακόνησαν ἀντίθετα μὲ τὸ θέλημα Τοῦ τὸ λαὸ τοὺς – Τὸ πιὸ φοβερὸ ὅμως εἶναι ὅτι Μακρυγιάννης βλέπει στὸν ὕπνο τοῦ τὴν ἀφαίρεση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Ὄθωνα, ὅπως ἔγινε καὶ στὴν πραγματικότητα καὶ τὸ ντύσιμο μὲ τὰ βασιλικὰ ροῦχα, δηλαδὴ τὴν παράδοση τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας σὲ ἕναν μεγάλο στὴν ἡλικία μὲ γένια, τὸν ὁποῖο εὐλόγησε ὁ Θεὸς καὶ τὸν ἔβαλε στὰ δεξιά Του, πράξη μεγάλης θείας εὐαρέσκειας, ποὺ γίνεται συνήθως γιὰ Ἁγίους)

«… Τότε κατεβαίνει ἕνα σύγνεφον, καὶ ὁ ἀφέντης μας, καθὼς ἦταν ὅλοι ἴσκιοι εἰς τὸ κριτήριον, καὶ πήγαμεν εἰς τὴν Ἅγια- Σοφιά, καὶ ἐκεῖ εὐλόγησε ἐκεῖνον τὸν γέρον ὅπου ‘χὲ εἰς τὰ δεξιά του, καὶ ἦταν μία παράταξη, δὲν μπορῶ νὰ σᾶς παραστήσω. 
Τὸν εὐλόγησε ὁ ἀφέντης μας καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ εἶπε: Τοῦτος εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς βασιλείας μου.
 Καὶ ξύπνησα. 
Αὐτὰ εἶδα, ἀδελφοί, καὶ ὅποιος ἀγαπάει ἂς πιστεύει, εἰδὲ εἶναι νοικοκύρης νὰ κάμει ὅ,τι θέλει»! σέλ. 144
(Σχόλιό μας: ὁλοκάθαρη παρουσίαση τοῦ ἀναμενόμενου Ἁγίου Βασιλέως, ποὺ εὐλογεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ μέσα στὴν Ἅγια-Σοφιὰ καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἀναφέρει πὼς αὐτὸς εἶναι ὁ «Πρόεδρος 
τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς βασιλείας Του»! 
Ἐπειδὴ στέφεται κὰτ΄ οὐσίαν μέσα στὴν Ἅγια-Σοφιά, συμβολίζει τὴ νέα Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Αὐτοκρατορία, τὴ νέα εὐσεβῆ διακυβέρνηση τῆς Οἰκουμένης, ὅπου οἱ ἄνθρωποι θὰ ζοῦν εἰρηνικὰ καὶ ὅπου θὰ διαδοθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία σὲ ὅλο τὸν κόσμο, πρὶν ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος! 
Αὐτὴ εἶναι ἡ περίοδος εὐσέβειας, εἰρήνης καὶ εὐημερίας, γιὰ τὴν ὁποία λέει καὶ ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς χαρακτηριστικὰ πὼς
 «μετὰ τὸν Γενικὸ Πόλεμο, θὰ τρῶμε
 ὅλοι μὲ χρυσὰ κουτάλια»… 
Τὸ «Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς», σημαίνει τὸν Ἐπικεφαλὴ αὐτῆς τῆς εὐσεβοῦς βασιλείας, ποὺ θὰ ἔχει καὶ ἄλλους σημαίνοντες καὶ ἁγίους καὶ θὰ ἀσκεῖται πρὸς δόξα Θεοῦ καὶ πρὸς πνευματικὸ ὄφελος τῶν ἀνθρώπων…
 Παράλληλα θὰ δοθεῖ καὶ μεγάλη εὐλογία 
σὲ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τέτοια θὰ εἶναι ἡ εὐημερία τότε, μετὰ τὸν Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ποὺ ὅπως λέγεται στὶς προφητεῖες, γιὰ δώδεκα χρόνια ὁ ἀγαθὸς βασιλεὺς
 δὲν θὰ μαζεύει φόρους!).

«Τὴν Κυριακὴ ξημερώνοντας,
 ἦρθε ὁ ἀφέντης μας
 (σ.σ. ὁ Πατήρ), ὁ Χριστός, 
ἡ Θεοτόκος  καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι, 
μὲ ὅλη αὐτείνη τὴν φωτοχύση, 
καὶ πολὺ χαρούμενός 
μου λέγει τρεῖς φορές: Γιάννη, Γιάννη,
 Γιάννη, τώρα, στοχάζομαι, μὲ εἶδες καὶ μὲ τοὺς ὀφθαλμούς σου καὶ μὲ ἀπολαψες 
καὶ μὲ γνωρίζεις.
 Ἀσφάλισες ὅσα νύχτα καὶ ἡμέρα περικαλιέσαι περὶ τῆς πατρίδος σου, 
τῆς θρησκείας σου καὶ γενικῶς τῆς ἀνθρωπότης.
 Σᾶς ἄκουσα διὰ τῆς παράκλησης τοῦ μονογενοῦ μου καὶ τῆς μητρός του 
καὶ τῶν ἁγίων μου. ἡ γὴς καὶ ἡ 
θάλασσα σαλεύει,
 ὄχι οἱ λόγοι μου. εἶδες τὸν πιτροπό μου, σᾶς ἀνάστησα ὀπίσου. 
Ὅποτε θὰ ΄ρθεῖ ἡ διορισμένη ἡ ὥρα, 
ὅλα αὐτὰ θὰ τ΄ ἀπολάψετε, καὶ τὴν μεγάλη κορόνα» σὲλ 144.
(Σχόλιό μας: νέα, ρητὴ καὶ ἀπόλυτη ἐπιβεβαίωση τῆς Ἀνάστασης τῆς Ἑλληνοχριστιανικῆς Αὐτοκρατορίας Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Ρωμιοσύνης
 μας, στὴν ὁποία θὰ προΐσταται ὁ σεβάσμιος γέροντας Βασιλέας, ὁ «Ἐπίτροπος» ὅπως εἶναι πλέον τὸ σωστότερο, καθότι δὲν θὰ ἀσκεῖ τὸ ἔργο τοῦ κατὰ τὸ δικό του θέλημα ὅπως ἕνας κλασικὸς Βασιλιὰς-Μονάρχης, ἀλλὰ κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ὁποῖο θὰ τοῦ μεταβιβάζεται –ὅπως λένε προφητείες– διὰ μέσω δύο λευκοφορεμένων ἀγγέλων μὲ τὴ μορφὴ εὐνούχων! Θὰ εἶναι ἔτσι πράγματι Ἐπίτροπος τοῦ Θείου θελήματος καὶ γὶ΄ αὐτὸ θὰ πρόκειται γιὰ τὴν καλύτερη περίοδο στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου, γεμάτη δικαιοσύνη, καλοσύνη, εἰρήνη, ἀγαθότητα, εὐσέβεια, εὐημερία καὶ ἀληθινὴ εὐτυχία)
«Μίαν αὐγὴ ἔκανα τὴν προσευχή μου καὶ ἤμουν πολὺ μέσα, εἰς τὶς εἰκόνες, καὶ ἤμουν καὶ κρυγιωμένος καὶ ἀποσταμένος καὶ πονεμένος. ἀνοίγω τὴν πόρτα, βλέπω εἰς τὴν σάλα ἕναν μὲ γένια, σὰν καλόγερον. 
τὸν καλημερῶ, τοῦ λέγω: Γέροντα, 
κοπίασε μέσα εἰς τὴν κάμαρη, ὅτι δὲν μπορῶ νὰ σταθῶ αὐτοῦ – ἦτον 
κοντὰ τὰ ἔβγα τοῦ Δεκεμβρίου, 20 
(σ.σ. 1849), καὶ ἦτον 
κρύγιον πολύ.
 Ἔρχεται μέσα καὶ κάθεται γοναστικῶς μπροστά μου.
 Τοῦ λέγω: Αὐτὸ εἶναι τυραγνικὸν ἔργον.
 Τὸν πῆρα πλησίον μου. μοῦ λέγει: Σοὺ φέρνω εὐκὲς καὶ εὐλογίες ἀπὸ τὸν ἀφέντη μας, ἐσένα καὶ ὅλης της συντροφιᾶς σου. Τοῦ λέγω: Ποιὸς εἶναι ὁ ἀφέντης; καὶ συντροφιὰ δὲν ἔχω. 
– Ὁ ἄνωθεν εἶναι, καὶ ξέρει καὶ σένα 
καὶ τὴν συντροφιά σου.
 – Τί ἄξιος εἶμαι ἐγὼ δὶ΄ αὐτὰ ὁπού μου λές! σήκω νὰ πᾶμε μέσα, εἰς τὶς εἰκόνες. 
Πήγαμεν ἐκεῖ, λέγω τρεῖς φορές: Κύριε, Κύριε, Κύριε, ἐτοῦτος ὁ ἄνθρωπος ἦρθε εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ λέγει λόγια ὅπου ἐγὼ εἶμαι ἀνάξιος. 
Καὶ ἂν εἶναι ἀληθινός, νὰ εἶναι ἡ εὐχὴ
 καὶ ἡ εὐλογία τῆς παντοδυναμίας σου
 καὶ τῆς βασιλείας σου, εἰδὲ καὶ εἶναι ἐπίβουλος, νὰ γένει στάχτη, ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι μου! Τότε ὁρκίζεται καὶ αὐτὸς καὶ κλαίγει.
 Ἔκαμα τρεῖς μετάνοιες, τὸ ἴδιον καὶ αὐτός. Πῆρα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι του, δὲν μοῦ τὸ ΄δῶσε, μοῦ εἶπε ὅτι δὲν εἶναι γερωμένος… …
Μοῦ εἶπε ὅτι θὰ ΄ρθουνε βρωμερᾶ ἔθνη ἀναντίον τῆς πατρίδος καὶ θρησκείας, νὰ εἶστε προσεχτικοὶ καὶ μεγάλη ὁμόνοια ἀναμεταξύ σας, καὶ ὅταν νὰ ἰδεῖς τίποτας, τελειώνοντας αὐτὸ νὰ κινηθεῖς μὲ ὅσους μπορέσεις…» σέλ. 147 -148
(Σχόλιό μας: πρόκειται γιὰ πραγματικὴ φανέρωση τοῦ γέροντα Βασιλέα, τοῦ «Ἐπιτρόπου», στὸν Μακρυγιάννη! 
Δὲν τὸν εἶδε στὸν ὕπνο του, ἀλλὰ ὀφθαλμοφανῶς! 
Τὸν φιλοξένησε καὶ συζήτησε 
μαζί του στὶς 20 Δεκεμβρίου 1849 μ.Χ.!
 Μᾶς δίνει δὲ πολὺ σημαντικὲς λεπτομέρειες γιὰ τὸν 
Βασιλέα- Ἐπίτροπο, ὁ ὁποῖος ἔχει 
γενιάδα σὰν καλογέρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι Ἱερωμένος!
 Ἐν τῷ μεταξὺ τότε, 1849, προλέγεται
 ἡ ἐμφάνιση «βρωμερῶν ἐθνῶν» κατὰ τῆς πατρίδος καὶ τῆς θρησκείας καὶ συστήνεται ἑνότητα….
 Ἀρκεῖ νὰ θυμηθεῖ κανεὶς ὅτι δύο φορὲς κομματιάστηκε στὰ δύο ἡ Ἑλλάδα, 
μία μὲ τὸν Ἐθνικὸ Διχασμὸ καὶ μία 
μὲ τὸν Ἐμφύλιο Πόλεμο, μὲ τραγικὲς συνέπειες… ἐνῶ πολλοὶ φοβοῦνται νέο «ἐμφύλιο» στὶς μέρες μας, μὲ ἀφορμὴ
 τὰ σκληρὰ μέτρα τῶν μνημονίων)

Παρακάτω συνεχίζει ὁ Μακρυγιάννης τὶς ἐρωτήσεις, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο καὶ μὲ τὸν Ἅγιο Βασιλέα, ποὺ ἀποκαλύπτει τώρα καὶ τὸ ὄνομά του:
«…Ξηγήσου μὲ πλατύτερα. 
Τί εἶσαι καὶ πῶς ἦρθες; 
Μοῦ λέγει: Ἐγὼ ἤμουν εἰς τὸν
 Ἅγιον Τάφο ἀρκετὸν καιρόν,
 καὶ μίαν βραδιὰ εἶδα τὸν 
Παντοκράτορα καὶ ὅλη του τὴν
 βασιλείαν – καὶ μὲ λένε Γιάννη - καὶ μοῦ λέγει: «Γιάννη, Γιάννη, Γιάννη, ἐσὺ ΄σαὶ ὁ ἐπίτροπος τῆς βασιλείας μου, καὶ καθὼς φέρνεσαι νὰ μὴν ἀλλάξεις τρίχα, εἶσαι χαμένος καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή». Αὐτὸ τὸ εἶδα τρεῖς βραδιὲς εἰς τὸν ὕπνο μου. ὕστερα ἔρχεται καὶ μοῦ λέγει νὰ εἰπῶ τοῦ γούμενου καὶ τῶν ἀλλονῶν ὁλονῶν,
 μὲ τὰ ὀνόματά τους, ξεχωριστά, νὰ μὴν ξέρει ἕνας τὸν ἄλλον, νὰ τ’ς εἰπῶ τί ‘ναὶ αὐτὰ ὁπού κάνουν καὶ ποὺ ἀκολούθησαν
 τὸ ναόν μου. εἴτε θὰ ΄ρθοῦν εἰς τὸν δρόμο τους καὶ νὰ μετανοήσουν, εἴτε θὰ ἰδοῦνε πράματα καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. θὰ τοὺς στείλω εἰς τὸ ἰπύρι νὰ καίγονται μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. 
Πῆγε καὶ εἶπε ὅλα αὐτά.
 Τ΄ ἄιο-Κωνσταντίνου, στὰ 1844, τὸν πῆραν καὶ πῆγαν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη, καὶ εἰς τὴν Ἁγίας Σοφίαν τὸν χειροτόνησαν. βλέπει αὐτὰ ὅλα εἰς τὸν ὕπνο του. Περνώντας κάμποσος καιρός, τοῦ λένε 
νὰ βρεθεῖ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολη.
 Πῆγε ἐκεῖ καὶ τοῦ ἔβαλαν τὴν κορόνα, καὶ τοῦ λέγει: Ἐσὺ ΄σαὶ ὁ πρόεδρος τῆς πιτροπῆς τῆς βασιλείας μου, ὅταν θὰ ‘ρθεῖ ἡ ὥρα μου ἡ διορισμένη. 
Καὶ τοῦ εἶπε νὰ ‘χεῖ δικιοσύνη, καὶ ἄλλες πολλὲς διάτες. 
Τοῦ παρουσιάζουν τὸν σουλτάνο σ΄ ἕνα παλιὸ σκαμνί, καὶ τὸν δικό μας τὸν βασιλέα τὸ ἴδιον, καὶ τοῦ εἶπε τότε, θὰ πᾶνε εἰς τὸ ἰπύρι εἰς τὸ ἐξώτερον καὶ οἱ δύο ἐτοῦτοι. τὸν παίρνουν ὕστερα – ὄχι εἰς τὸν ὕπνον, ζωντανὸν – καὶ τὸν πάνε σὲ ὅλες τὶς ἐκκλησίες νὰ τὶς φκιάσει, καὶ σὲ ὅλα τὰ τζαμιά, καὶ τοῦ εἶπαν, ὅταν εἶναι ὁ καιρὸς ὁπού θὰ πιτροπέψει, τοῦ εἶπαν τὸ κάθε τζαμὶ τί ἐκκλησία νὰ γένει.
 Τοὺς λέγει: Πότε εἶναι; 
- Οὔτε νὰ ρωτᾶς διὰ τὸν καιρόν,
 ὅτι ὅθεν σὲ διατάττω, νὰ εἶσαι 
ἕτοιμος καὶ χωρὶς νὰ ξετάζεις…»
(Σχόλιό μας: ἐδῶ ἐξακριβώνεται πλήρως ἡ ταυτότητα τοῦ γέροντα Ἐπιτρόπου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι «Ἰωάννης»,
 ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ ἴδιος στὸν Στρατηγό: «καὶ μὲ λένε Γιάννη»! 
Ὁ ἴδιος ἐπίσης λέει ὅτι τὸν ἔχει ἀποστείλει 
ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὸν Μακρυγιάννη καὶ πὼς στὶς 21 Μαΐου 1844 εἶδε στὸν ὕπνο του πὼς στέφθηκε στὴν Ἅγια –Σοφιά!
 Καὶ ἔλαβε ὁδηγίες γιὰ τὴν διακυβέρνησή μας! Καὶ πὼς τοῦ ἔδειξαν ζωντανὰ μετά, ὄχι σὲ ὄνειρο, ἕναν ἕναν ὅλους τους Ναούς μας ποὺ εἶχαν κάνει τζαμιὰ οἱ Τοῦρκοι,
 τί Ἐκκλησία νὰ γίνουν, κατὰ τὴν 
βασιλεία – ἐπιτροπεία του! 
Κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι συγκλονιστικὸ καὶ συγκινητικὸ συνάμα, καθὼς ἀφορᾶ ὅραμα καὶ ποθούμενο γενεῶν ἐπὶ γενεῶν Ἑλλήνων! Καὶ μόνον ὁ Μακρυγιάννης,
 ποὺ τόσο ποθοῦσε τὸ ποθούμενο, παρακαλώντας μέρα καὶ νύχτα γιὰ αὐτό, τὴν Πίστη καὶ τὴν Πατρίδα καὶ ἕναν ἀγαθὸ Κυβερνήτη, μόνον ὁ Μακρυγιάννης, ὄχι μονάχα τὸν εἶδε σὲ ὄνειρο, ἀλλὰ τὸν συνάντησε πρόσωπο, πρὸς πρόσωπο, τότε ποὺ ἡ Ἑλλάδα μόλις εἶχε λευτερώσει ἕνα κομμάτι της καὶ πάλευε μονάχη ἀνάμεσα σὲ θηρία ἀνήμερα! 
Ἀλλὰ εἶχε μαζί της τὸν Θεὸ καὶ τὴν Θεοτόκο!
 Ὑπέγραψαν τὴν Ἐλευθερία μας, ὅπως ἔλεγε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ δὲν τὴν παίρνουν πίσω…).

«… Ὅπου θὰ μοῦ εἰποῦνε νὰ πάγω, μοῦ λέγει, μοῦ λένε μόνον τὸν τόπον, τὴν ὀνομασίαν, καὶ πηγαίνω, καὶ κάνω τρεῖς μέρες εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ κάθε τόπου, καὶ τότε λαβαίνω ὁδηγίες ποῦ νὰ πάγω καὶ τί νὰ μιλήσω. 
Ἔλαβα διαταγὴ νὰ περάσω ἀπὸ τὴ Σύρα. Καὶ ἦρθα ἐδῶ καὶ ἔχω τρεῖς ἡμέρες, καὶ μοῦ εἶπαν νὰ ΄ρθῶ σὲ σέναν.
 Νὰ ἤθελε νὰ μὴν ἐρχόμουν! 
Τί εἶδα ἐδῶ εἰς τὴν Χριστιανοσύνη, ποία ἀσέβεια καὶ ἀπιστία!
 (Καὶ ἔκλαιγε, ποὺ δὲν παρηγοριέταν.).
 Εἰς τὴν Σύρα, ἀφοῦ βλέπω τόση ἀπιστία, καὶ ἔρχεται καὶ μία γυναίκα μαμὴ καὶ μοῦ λέγει: Δάσκαλε, τηρᾶς τὰ χέρια μου ὁπού ΄ναὶ ματωμένα; 
Τώρα ἐπίασα ἀπὸ τοῦ πατέρα τὸ κορίτσι παιδί, ὁπού ΄κάμε ἁμαρτία μὲ τὸ παιδί του, τὸ κορίτσι του, ὁ πατέρας. καὶ ἐδῶ εἶναι ἐφτακόσια, ὀχτακόσια παιδιά, νεολαία, καὶ ἄλλοι μεγάλοι, ὁπού ΄ναὶ ὁρκισμένοι καὶ γυρισμένοι εἰς τὴν δυτικὴ θρησκείαν καὶ ἄφησαν τὴν θρησκεία τους. καὶ τί κάνουν οἱ παπάδες καὶ οἱ δεσποτάδες καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι;» σέλ. 150.
(Σχόλιό μας: ὁ Ἰωάννης δρᾶ ἀσταμάτητα κατὰ τὸ θεῖο θέλημα. Κινεῖται καὶ ἐμφανίζεται ὅπως οἱ Ἅγιοι, ποὺ εἶναι ζῶντες ἐν Χριστῷ καὶ σὰν καλὸς γιατρὸς βλέπει καὶ γνωρίζει τὴν «ἀσθένεια», πονᾶ γὶ΄ αὐτὴν μὰ καὶ ξέρει τὸ φάρμακο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν εὐσεβῆ, ὀρθόδοξη ζωὴ τῶν ἀνθρώπων…
 Πολὺ σημαντικὴ εἶναι ἡ προσφώνηση ποὺ μᾶς ἀποκαλύτπεται γιὰ τὸ πρόσωπό του, καθὼς τὸν ἀποκαλοῦν «Δάσκαλο»! Προσφώνηση ποὺ θὰ υἱοθετήσει παρακάτω καὶ ὁ Μακρυγιάννης. «Δάσκαλος» δὲ εἶναι αὐτὸς ποὺ διδάσκει, ποὺ δείχνει καὶ δίνει τὸ καλὸ καὶ βέβαια ἔχει πολὺ βαθιὲς γνώσεις, σοφία καὶ ἀρετὴ»

«…Ὁ ἀφέντης μας μοῦ εἶπε νὰ ΄ρθῶ ἐδῶ διὰ σέναν, πρῶτα νὰ μὴν λυπᾶσαι, καὶ ὅταν εἶναι ἡ ὥρα του, εἶσαι σημαιοφόρος ἐσὺ καὶ θὰ σὲ ἀκολουθήσουνε πολλοί, καὶ ὁ σταυρὸς ὀμπρός, καὶ ὅταν νὰ εἶναι αὐτείνη ἡ ὥρα, πρῶτα θὰ ἰδεῖς ὅτι θὰ χαθεῖ τοῦτος ὁ Σαββατιανὸς ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ ἀφεντός μας, ὅτι ἔχυσε καὶ χύνει τόσα ἀθώατα αἵματα, καὶ τότε ματαφωτίζεσαι. καὶ ὅταν κινηθεῖτε, νὰ εἶστε δίκιοι καὶ μονιασμένοι
 εἰς τὸν δρόμον, καὶ θὰ βγοῦνε καὶ πολλὰ κεκρυμμένα ἅγια κορμιὰ ἔξω, καὶ τότε, ἔρχοντας καὶ ἐσεῖς, θὰ μπῶ στὴν ἐπιτροπὴ τοῦ ἀφεντός μας. καὶ τώρα, μὲ τὰ βρωμερὰ ἔθνη ὁπού θὰ σᾶς πλακώσουνε καὶ νὰ σᾶς χάσουνε, ὁμόνοιαν ἀναμεταξύ σας, νὰ μὴν χαθεῖτε καὶ χυθοῦνε καὶ ἀθώα αἵματα, ὅτι αὐτὸ δὲν τὸν θέλει ὁ ἀφέντης μας. αὐτό μου εἶπε καὶ μοῦ λέγει, καὶ εἶναι μπρὸς μας – ὅ,τι μου λέγει σου λέγω. Καθίσαμεν περίτου ἀπὸ πέντε ὧρες. τοῦ λέγω: Δάσκαλε, δὲν κάθεσαι ἐδῶ ἀπόψε; 
Δὲν μπορῶ, τέκνο μου, μοῦ λέγει, ὅτι μὲ βιάζει. 
θὰ κατέβω εἰς τὸν Περαία, καὶ ἀπὸ κεῖ μου εἶπε νὰ πάγω εἰς τὴν Ὕδρα. τί θὰ κάμω καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ πάγω, καὶ ἐγὼ δὲν ξέρω.
 Ἡ ἡλικία τοῦ ἦταν ὡς ἑξήντα πέντε, ἑβδομήντα.
 Ὄχι γερῆς κράσης, μέτριο μπόγι, καὶ ὅλο χαρούμενος, γλυκὸς ἄνθρωπος πολύ, καὶ ἔφυγε καὶ μοῦ εἶπε: Πρῶτα ὁ Θεός, θὰ σμίξομεν ἐκεῖ ὁπού θὰ βλογήσει ὁ ἀφέντης μας. ἀλλὰ τὸ κακὸ εἶναι, μοῦ εἶπε, ὅτι εἶναι σὲ μεγάλη ἀγανάχτησην ἀναντίον μας, καὶ δίκια ἡ ἀγανάχτησή του, καὶ λέγει: Ἐγὼ νὰ ἀγωνίζομαι ὁλοένα νὰ τοὺς σώσω, καὶ αὐτεῖνοι, οἱ ἀχάριστοι, καὶ μ΄ ἀρνιῶνται καὶ μὲ κακομεταχειρίζονται! 
Δὲν μπορῶ, παιδί μου, μοῦ λέγει, νὰ σοὺ παραστήσω τὴν ἀγανάχτησήν του, ὁπού ΄χεῖ σὲ τούτους ἐδῶ μέσα εἰς τὸ βασίλειόν σας, καὶ ἡ μεγάλη ἡ ἀσωτία, καὶ ἐκεῖνο τὸ τρομερὸν εἰς τὴν Σύρα, πατέρας μὲ τὸ παιδὶ τοῦ παιδί! Οὗ ἀκούστη αὐτό; 
Ποιὸν ζῶον καὶ ποιὸν θερίον κάνει αὐτό; 
Ὁ ἄνθρωπος! 
Καὶ ἔκλαιγε σὰν μικρὸν παιδὶ καὶ εἶπε: 
Ὁ Θεὸς ἀπὸ αὐτὰ μας ἐσιχάθη, καὶ ἡ Θεοτόκο τὸν περικαλεῖ νὰ μὴν χαθοῦνε καὶ οἱ ἀθῶοι. 
Σηκώθηκε καὶ ἔφυγε. 
Δὲν ἔχω τὴν θύμησην καλὰ ἂν ἦταν 
αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὴν παντοδυναμίαν του, τότε εἰς τὸ κριτήριόν του, ὁπού τὸν εἶχε εἰς τὸ δεξιόν του, καὶ εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν – δὲν μόρχεται εἰς τὴν θύμησην».
 σέλ. 151-152
(Σχόλιό μας: ὁ Βασιλέας Ἰωάννης ἐπιβεβαιώνει στὸν Μακρυγιάννη ὅτι ὁ Στρατηγὸς θὰ εἶναι Σημαιοφόρος, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ ἡ ὁρισμένη! 
Ἐνῶ πρωτύτερα ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸν ἀποκάλεσε παρομοίως ὡς «πρόδρομο»
 τῆς Ἐπιτροπῆς Του! 
Καὶ μάλιστα ὁ Βασιλέας-Ἐπίτροπος, τοῦ ἀναφέρει πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, ὅτι τότε, ὅταν κινηθοῦν, νὰ εἶναι μονιασμένοι καὶ ὅτι θὰ ἀναστηθοῦν Ἅγιοι καὶ ἔπειτα ὁ Ἰωάννης θὰ γίνει Βασιλέας-Ἐπίτροπος εἰς τὴν Πόλη! 
Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι πῶς αὐτὸς ὁ ἅγιος Ἕλληνας, ὁ Μακρυγιάννης, θὰ εἶναι Σημαιοφόρος; 
Θὰ ἀναστηθεῖ καὶ αὐτὸς τότε μαζὶ μὲ ἄλλους;
 Πῶς ἀλλιῶς θὰ εἶναι μπροστάρης, ὑποκινητής, ὅπως καὶ στὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1843 κατὰ τοῦ Ὄθωνα καὶ ὑπὲρ τῆς παραχώρησης Συντάγματος στὸ Ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος; 
Μήπως πρόκειται γιὰ νέα Ἐπανάσταση, 
γιὰ νέο Κίνημα πιστῶν Χριστιανῶν μὲ πρότυπο ἐκείνη τοῦ Μακρυγιάννη, τότε ποὺ ὁ Ὄθωνας ἀκριβῶς ἴδια μὲ τώρα, ἔκοψε τοὺς μισθοὺς καὶ ἀπέλυσε πολλοὺς ὑπαλλήλους, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ Δάνεια τῶν Ξένων ποὺ ἀπαίτησαν βάση τῶν τότε Μνημονίων ἐπιστροφὴ τῶν δόσεων τῶν Δανείων ποὺ μᾶς εἶχαν δοθεῖ, προκαλώντας ἔτσι ἔκρηξη τοῦ λαοῦ, ποὺ ὅμως ἀλλιῶς τὴν περίμεναν καὶ ἀλλιῶς τοὺς ἦρθε, λογαριάζοντας χωρὶς τὸν εὐσεβῆ Μακρυγιάννη; 
Τέτοιους παρόμοιους ὅρους ἔχουν 
καὶ οἱ τωρινὲς Δανειακὲς Συμβάσεις, 
μὲ ἀποτέλεσμα ὅταν θελήσουν οἱ ξένοι, σταματώντας τὶς δόσεις ἢ ἀπαιτώντας 
καὶ τὴν ἐπιστροφὴ καταβληθέντων, μποροῦν ἀπότομα νὰ προκαλέσουν 
χάος καὶ ἐξέγερση στὴν Ἑλλάδα,
 μέχρι καὶ Ἐμφύλιο, καὶ νὰ ρίξουν ὁποιαδήποτε Κυβέρνηση… 
Γὶ αὐτὸ θέλει σύνεση καὶ προσοχὴ
 καὶ «ὁ σταυρὸς ὀμπρός»… 
Γιατί ἐκεῖνο ποὺ ὤθησε τὸν 
Μακρυγιάννη στὴν Ἐπανάσταση, 
στὸ Κίνημα τοῦ 1843, ὅπου τους
 εἶχε ὁρκίσει ὅλους, ἦταν ἡ προστασία πρῶτα της Πίστης ποὺ θέλαν
 νὰ ἀφανίσουν ὁ Ὄθωνας καὶ οἱ Ἀντιβασιλεῖς προηγουμένως καὶ μετὰ τῆς Πατρίδος καὶ τῶν Ἀγωνιστῶν, ἀπὸ τὶς αὐθαιρεσίες τῆς ξένης Μοναρχίας.
 Π.χ., τὸ θέμα τῶν νέων ταυτοτήτων 
εἶναι μεῖζον καὶ ἐὰν περιέχουν τσίπ, πράγματι θὰ προκληθεῖ Ἐπανάσταση κυριολεκτικά, καθὼς κάτι τέτοιο εἶναι ἐνάντια σὲ Πίστη καὶ Πατρίδα, ποὺ δὲν σηκώνει νέες ἁλυσίδες καὶ ξένους ἀφέντες).
ΠΗΓΗ - Νοιάζομαι.